Η υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» αναδιαμορφώνει τις περιφερειακές ισορροπίες.
Ο διακεκριμένος Ισραηλινός αναλυτής τουρκικής καταγωγής, δρ Χάι Εϊτάν Κοέν Γιαναροτζάκ, εξηγεί ότι το πρόγραμμα αυτό δεν συνιστά μια απλή προμήθεια εξοπλισμών, αλλά εισάγει στην ελληνική αρχιτεκτονική αμυνας μια πρωτοποριακή, πολυεπίπεδη «ομπρέλα» προστασίας με τεχνολογία δοκιμασμένη σε πραγματικές πολεμικές συνθήκες.
Μια ολοκληρωμένη εθνική «ομπρέλα» αεράμυνας
Όπως τονίζει ο δρ Γιαναροτζάκ, είναι η πρώτη φορά που το Ισραήλ μεταφέρει σε άλλη χώρα ένα πλήρως διασυνδεδεμένο σύστημα αεράμυνας. Ο πυρήνας του δικτύου περιλαμβάνει τα συστήματα David’s Sling (για βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκώς), Barak MX (για μεσαίες αποστάσεις) και το κινητό SPYDER (για χαμηλά ύψη και drones).
Η καινοτομία έγκειται στο ενιαίο εθνικό κέντρο διοίκησης και ελέγχου, το οποίο θα αξιολογεί τις απειλές και θα αναθέτει αυτόματα την αναχαίτιση στο καταλληλότερο μέσο. Η συμφωνία προβλέπει επίσης ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας για τη μεταφορά τεχνογνωσίας.
Γιατί αντιδρά η Άγκυρα
Η νευρικότητα της Τουρκίας οφείλεται στο γεγονός ότι η ισραηλινή τεχνολογία λειτουργεί ως παράγοντας ανατροπής των συσχετισμών («game changer»).
Παρότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι αμυντικό σύστημα, περιορίζει δραστικά την ευπάθεια της Ελλάδας σε αιφνιδιαστικά πλήγματα, ενισχύοντας την αποτροπή και μειώνοντας τις δυνατότητες εκβιασμού από την πλευρά της Άγκυρας.
Ο αναλυτής υπογραμμίζει ότι η στροφή του Ισραήλ προς την Αθήνα και τη Λευκωσία ήταν αποτέλεσμα των επιλογών της ίδιας της τουρκικής ηγεσίας, η οποία υιοθέτησε μια έντονα ανταγωνιστική εξωτερική πολιτική και ταυτίστηκε με τη Χαμάς.
Με αυτόν τον τρόπο, η Άγκυρα απάλλαξε την Ιερουσαλήμ από τους παλαιούς περιορισμούς, ωθώντας την στη δημιουργία ενός ισχυρού άξονα συνεργασίας με την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και την Ινδία.
Η Τουρκία ως «Frenemy» και τα σενάρια σύγκρουσης
Χαρακτηρίζοντας την Τουρκία ως «frenemy» (συνδυασμός φίλου και εχθρού), ο δρ Γιαναροτζάκ επισημαίνει ότι, παρά τη διπλωματική κρίση, το Ισραήλ δεν επιθυμεί μια ανοικτή στρατιωτική αναμέτρηση μαζί της, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν στρατηγικό λάθος.
Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσει και το πρόσφατο «χειρουργικό» ισραηλινό πλήγμα στη Συρία, το οποίο λειτούργησε ως προειδοποίηση για να αποτραπεί η ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων κοντά στα ισραηλινά σύνορα.
Τέλος, ο Ισραηλινός ειδικός απορρίπτει ως αβάσιμες εικασίες τα σενάρια περί στρατιωτικής σύγκρουσης Ισραήλ και Τουρκίας στην Κύπρο. Ξεκαθαρίζει ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ βασίζεται σε κοινές δημοκρατικές αξίες, ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς και αμοιβαία υποστήριξη σε περιόδους κρίσης, αποσκοπώντας αποκλειστικά στη σταθερότητα και την περιφερειακή αποτροπή.