Σημαντικές διαστάσεις λαμβάνει η δικαστική υπόθεση στην Αίγυπτο που αφορά φερόμενο δίκτυο κατασκοπείας και τρομοκρατικής δράσης με διασυνδέσεις στην Τουρκία.
Αιγυπτιακό δικαστήριο καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη οκτώ Τούρκους υπηκόους, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και εν ενεργεία διπλωματικός υπάλληλος, σε μια υπόθεση που οι αιγυπτιακές αρχές συνδέουν με συνεργασία τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Η απόφαση της 7ης Απριλίου 2026 αποτελεί, σύμφωνα με την αιγυπτιακή πλευρά, μία από τις σημαντικότερες δικαστικές ενέργειες μέχρι σήμερα απέναντι σε ένα φερόμενο πολυετές δίκτυο που είχε ως στόχο την αποσταθεροποίηση κρατικών θεσμών και την ενίσχυση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.
Η υπόθεση, γνωστή στην Αίγυπτο ως «υπόθεση κατασκοπείας με την Τουρκία», σύμφωνα με το Nordic Monitor, ξεκίνησε το 2017 μετά από έρευνα των αιγυπτιακών υπηρεσιών πληροφοριών. Σύμφωνα με την εισαγγελία, συνολικά 29 άτομα είχαν αρχικά συλληφθεί με κατηγορίες που περιλάμβαναν κατασκοπεία υπέρ της Τουρκίας, συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, παράνομη δρομολόγηση διεθνών τηλεφωνικών κλήσεων, ξέπλυμα χρήματος και παράνομες συναλλαγές σε ξένο νόμισμα.
Στην τελική δικαστική διαδικασία συμπεριλήφθηκαν 81 κατηγορούμενοι. Το δικαστήριο επέβαλε ισόβια σε 37 από αυτούς, μεταξύ των οποίων και οι οκτώ Τούρκοι υπήκοοι, οι οποίοι δικάστηκαν και καταδικάστηκαν ερήμην.
Οι οκτώ Τούρκοι αναφέρονται στα δικαστικά αρχεία ως Νιχάτ Ακμάν, Φεχμί Μπουλέντ Γιλντιρίμ, Αλπτεκίν Τζιχανγκίρ Ισμπιλίρ, Αρίφ Οζκάν, Μουσταφά Μουχαμέντ Γκιουλ, Εσίμ Ουνάλ, Μουσταφά Ντεμιρτζί και Μερτ Αραράτ.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται μεταξύ άλλων ο Φεχμί Μπουλέντ Γιλντιρίμ, επικεφαλής της τουρκικής ανθρωπιστικής οργάνωσης IHH, η οποία έχει στενές σχέσεις με την κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Οι αιγυπτιακές αρχές φέρεται να συμπεριέλαβαν την IHH στις οργανώσεις μέσω των οποίων, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, πρόσωπα που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα συντόνιζαν τη δράση τους στην Τουρκία.
Ένα ακόμη πρόσωπο που έχει ιδιαίτερη θέση στην υπόθεση είναι ο Αλπτεκίν Τζιχανγκίρ Ισμπιλίρ, ιδρυτής και πρώην γενικός συντονιστής της International Rabia Platform, η οποία δημιουργήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 2013, με την υποστήριξη της κυβέρνησης Ερντογάν.
Η πλατφόρμα δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και κατά της αιγυπτιακής κυβέρνησης, οργανώνοντας συγκεντρώσεις, εκστρατείες και εκδηλώσεις στην Τουρκία και στο εξωτερικό. Ο Ισμπιλίρ φέρεται να είχε επίσης στενή συνεργασία με τον Αχμέτ Γιουσούφ, ο οποίος έχει περιγραφεί ως εκπρόσωπος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Τουρκία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με έγγραφα που επικαλείται η έρευνα, ο Ιμπραχίμ Καλίν, επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών MİT, αναφερόταν ως επαγγελματική σύσταση στο βιογραφικό του Ισμπιλίρ. Η συγκεκριμένη αναφορά χρησιμοποιείται από την αιγυπτιακή πλευρά ως στοιχείο που, κατά την εκτίμησή της, καταδεικνύει τις διασυνδέσεις του με τον τουρκικό κρατικό μηχανισμό.
Ο Ισμπιλίρ είχε, παράλληλα, δραστηριοποιηθεί στον χώρο των τουρκικών κρατικών μέσων ενημέρωσης. Είχε αναλάβει θέσεις στην Ακαδημία Ειδήσεων του κρατικού πρακτορείου Anadolu, ενώ αργότερα εντάχθηκε στη Διεύθυνση Επικοινωνιών της τουρκικής προεδρίας. Από το 2024 υπηρετεί, υπό διπλωματική κάλυψη, ως σύμβουλος επικοινωνίας και Τύπου στην τουρκική πρεσβεία στο Μπακού.
Το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο
Σύμφωνα με το αιγυπτιακό κατηγορητήριο, η φερόμενη επιχείρηση είχε δύο βασικούς άξονες.
Ο πρώτος αφορούσε τις τηλεπικοινωνίες και τη συλλογή πληροφοριών. Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι οι εμπλεκόμενοι διοχέτευαν παράνομα διεθνείς τηλεφωνικές κλήσεις μέσω διαδικτύου και διακομιστών που βρίσκονταν στην Τουρκία.
Κατά την αιγυπτιακή εισαγγελία, το συγκεκριμένο σύστημα δεν χρησιμοποιούνταν απλώς για την αποφυγή τηλεπικοινωνιακών χρεώσεων, αλλά είχε μετατραπεί σε μηχανισμό συλλογής πληροφοριών. Οι αρχές υποστήριξαν ότι μέσω των επικοινωνιών συγκεντρώνονταν δεδομένα για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Αίγυπτο, τα οποία στη συνέχεια διοχετεύονταν σε τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Ο δεύτερος άξονας αφορούσε τα μέσα ενημέρωσης και την επιρροή στην κοινή γνώμη. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, δημιουργήθηκαν μέσα και πλατφόρμες εκτός Αιγύπτου, τα οποία αξιοποιούσαν τις πληροφορίες που είχαν συγκεντρωθεί μέσω του τηλεπικοινωνιακού δικτύου για τη δημιουργία δημοσιευμάτων και εκστρατειών κατά της αιγυπτιακής κυβέρνησης.
Οι αιγυπτιακές αρχές υποστήριξαν ότι στόχος ήταν η ενίσχυση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, η ανάδειξη οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων και η υπονόμευση της διεθνούς εικόνας της χώρας.
Κατά τη διάρκεια ερευνών σε σπίτια και επαγγελματικούς χώρους, οι αιγυπτιακές αρχές ανέφεραν ότι εντόπισαν εξοπλισμό για την παράνομη δρομολόγηση τηλεφωνικών κλήσεων, πομπούς και δέκτες, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, λογισμικό απομακρυσμένου ελέγχου, καθώς και συσκευές καταγραφής.
Από τη ρήξη στην προσέγγιση Άγκυρας–Καΐρου
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερο βάρος καθώς αφορά μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Αιγύπτου και Τουρκίας βρίσκονταν σε βαθιά κρίση.
Μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι το 2013, η κυβέρνηση Ερντογάν καταδίκασε την απομάκρυνσή του από την εξουσία και διατήρησε στενές σχέσεις με στελέχη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Παράλληλα, η Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε βάση για αιγυπτιακά αντιπολιτευόμενα μέσα, όπως τα Mekameleen, Al-Sharq, Watan και Al-Thawra.
Το Κάιρο κατηγόρησε επανειλημμένα την Άγκυρα ότι προσφέρει πολιτική και οργανωτική στήριξη σε αντιπάλους της κυβέρνησης του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Η Τουρκία και η Αίγυπτος αποκατέστησαν πλήρως τις διπλωματικές τους σχέσεις το 2023, ενώ ακολούθησαν επισκέψεις του Ερντογάν στο Κάιρο και του Σίσι στην Άγκυρα.
Μάλιστα, στις 4 Φεβρουαρίου 2026, οι δύο πρόεδροι συναντήθηκαν στο Κάιρο, όπου συμφώνησαν στην περαιτέρω ενίσχυση της οικονομικής και αμυντικής συνεργασίας και έθεσαν στόχο την αύξηση των διμερών εμπορικών συναλλαγών στα 15 δισ. δολάρια έως το 2028.
Η δικαστική απόφαση του Απριλίου, επομένως, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι δύο χώρες επιχειρούν να αφήσουν πίσω τους την πολυετή αντιπαράθεση.
Το αιγυπτιακό δικαστήριο διέταξε επίσης το κλείσιμο ή την απαγόρευση δραστηριοτήτων οργανώσεων και μέσων που συνδέονται, σύμφωνα με την απόφαση, με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενώ 29 κατηγορούμενοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν συνολικά περίπου 7,05 δισ. αιγυπτιακές λίρες στην αρμόδια αιγυπτιακή ρυθμιστική αρχή τηλεπικοινωνιών.
Ωστόσο, καθώς οι οκτώ Τούρκοι καταδικάστηκαν ερήμην, η απόφαση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη το τέλος της δικαστικής διαδικασίας για τους ίδιους. Σύμφωνα με την αιγυπτιακή νομοθεσία, πρόσωπα που καταδικάζονται ερήμην μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να ζητήσουν νέα δίκη εφόσον εμφανιστούν ενώπιον των δικαστικών αρχών ή συλληφθούν.
Η υπόθεση αναδεικνύει, πάντως, τη βαθιά καχυποψία που εξακολουθεί να υπάρχει στο Κάιρο απέναντι στον ρόλο της Τουρκίας και των δικτύων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, παρά τη σημερινή προσπάθεια των δύο κυβερνήσεων να οικοδομήσουν μια νέα σχέση συνεργασίας.
Οι τουρκικές αρχές και τα πρόσωπα που καταδικάστηκαν δεν έχουν, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, προβεί σε αναλυτική δημόσια τοποθέτηση για την απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου.