Σε καθεστώς «bear market» εισήλθε επίσημα το τουρκικό χρηματιστήριο, καθώς ο γενικός δείκτης BIST 100 κατέγραψε υποχώρηση άνω του 20% από το ιστορικό υψηλό της 11ης Μαΐου. Παράλληλα, ο Σεπτέμβριος έκλεισε με συνολική πτώση 16,65%, σηματοδοτώντας τη χειρότερη μηνιαία επίδοση για την εγχώρια αγορά από το 2008.
Η πτωτική τροχιά επιταχύνθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου, εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων ρευστότητας σε επενδυτικά κεφάλαια που διέθεταν μεγάλη έκθεση σε μετοχές χαμηλής εμπορευσιμότητας.
Προκειμένου να καλύψουν τα αυξημένα αιτήματα εξαγοράς από επενδυτές, τα funds αυτά αναγκάστηκαν να ρευστοποιήσουν πιο εμπορεύσιμους τίτλους, πυροδοτώντας αλυσιδωτές πιέσεις και νέο κύμα εκροών.
Η αναταραχή κλιμακώθηκε όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Τουρκίας (SPK) διέταξε την εκκαθάριση 131 επενδυτικών funds —με συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια που ξεπερνούσαν τα 20 δισ. δολάρια και περισσότερους από 455.000 ιδιώτες επενδυτές.
Στο πλαίσιο των ερευνών για χειραγώγηση της αγοράς, οι αρχές έχουν ήδη διευρύνει τις διώξεις, με τους υπόπτους να φτάνουν τους 217 και 56 εξ αυτών να έχουν ήδη προφυλακιστεί.
Οι ισχυρότεροι τριγμοί καταγράφηκαν στις μετοχές μικρής κεφαλαιοποίησης. Ο δείκτης XTUMY (εκτός των 100 μεγαλύτερων εταιρειών) σημείωσε μηνιαία βουτιά 35%, την καταστροφικότερη στην ιστορία του από το 2009.
Στον αντίποδα, οι 30 μεγαλύτερες εισηγμένες (blue chips) επέδειξαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα με απώλειες 9,8%, αν και 15 εταιρείες του BIST 100 είδαν την χρηματιστηριακή τους αξία να καταποντίζεται κατά 50% έως και 90%.
Σε αντίθεση με προηγούμενες αναταράξεις —όπως το κύμα πωλήσεων τον Μάρτιο του 2025 μετά τη σύλληψη του Εκρέμ Ιμάμογλου— η παρούσα κρίση δεν πυροδοτήθηκε από πολιτικές εξελίξεις, αλλά από την εσωτερική κρίση ρευστότητας στον τομέα των επενδυτικών κεφαλαίων που συμπαρέσυρε την ευρύτερη αγορά.