Η κλιμάκωση της αμερικανικής ρητορικής και η απειλή νέων στρατιωτικών πληγμάτων κατά του Ιράν εντείνουν την ανάγκη για επίσπευση των διαπραγματεύσεων, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να προχωρήσει σε υποχωρήσεις.
Σύμφωνα με τον Αντρέας Κριγκ, αναπληρωτή καθηγητή σπουδών ασφαλείας στο King’s College του Λονδίνου, υφίσταται ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην άσκηση πίεσης για την επιστροφή μιας χώρας στο τραπέζι των συνομιλιών και στην επιβολή των αμερικανικών όρων σε αυτήν.
Ο αναλυτής επισημαίνει στο δίκτυο Al Jazeera ότι για τις σκληροπυρηνικές δυνάμεις του Ιράν, οι διαρκείς προειδοποιήσεις από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ενισχύουν την καχυποψία προς την Ουάσινγκτον, ενώ η ιρανική ηγεσία εκτιμά ότι τυχόν υποχωρήσεις υπό καθεστώς εκβιασμού θα πυροδοτήσουν επιπλέον απαιτήσεις.
Παράλληλα, η πολιτική συγκυρία στις ΗΠΑ επηρεάζει τις εξελίξεις: οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου λειτουργούν ως κίνητρο για την Τεχεράνη ώστε να καθυστερήσει τις διαπραγματεύσεις, στερώντας μια διπλωματική επιτυχία από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Ωστόσο, μετά την εκλογική αναμέτρηση, ο Αμερικανός πρόεδρος θα διαθέτει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στο εσωτερικό πεδίο για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης.
Αυτή η δυναμική, όπως σημειώνει ο κ. Κριγκ, ενδέχεται να οδηγήσει σε ένα σημείο όπου η διάθεση της Τεχεράνης για συμβιβασμό θα συμπέσει με την αυξημένη ετοιμότητα της Ουάσινγκτον για στρατιωτικό χτύπημα.
Τέλος, ο ρόλος του Ισραήλ επιβαρύνει περαιτέρω τις διπλωματικές προοπτικές. Ο διακηρυγμένος στόχος του Μπενιαμίν Νετανιάχου για ανατροπή του καθεστώτος καλλιεργεί στην Τεχεράνη τον φόβο ότι ακόμη και η επίτευξη μιας νέας πυρηνικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ δεν θα διασφάλιζε την προστασία της από μια ενδεχόμενη ισραηλινή επίθεση.