Βενεζουέλα: Πετρέλαιο, γεωπολιτική και η επιστροφή του δόγματος επιρροής

 
δογμα μονροε

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo

Ενημερώθηκε: 05/01/26 - 09:53

Η κατηγορία ότι μια χώρα με τεράστια ενεργειακά αποθέματα συνιστά απειλή για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών αποτελεί γνώριμο μοτίβο. Ακολουθούν κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση, εκκλήσεις για «δημοκρατία» και, στο τέλος, στρατιωτική επέμβαση.

Τον Ιανουάριο του 2026, αυτό το σχήμα κορυφώθηκε με τον βομβαρδισμό του Καράκας από αμερικανικές δυνάμεις και τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, μαζί με τη σύζυγό του. Η επιχείρηση παρουσιάστηκε ως απάντηση στη «ναρκοτρομοκρατία», ωστόσο για πολλούς αναλυτές αντανακλά μια διαχρονική λογική αλλαγής καθεστώτος, ελέγχου πόρων και γεωπολιτικής κυριαρχίας.

Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται το πετρέλαιο. Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα παγκοσμίως, καθώς και σημαντικό ορυκτό πλούτο. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τέτοια αφθονία σπάνια συνυπάρχει με πλήρη κυριαρχία όταν συγκρούεται με στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Οι ισχυρισμοί περί άμεσης απειλής δεν τεκμηριώθηκαν πειστικά· αντίθετα, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο μοτίβο χρήσης αφηγημάτων ασφαλείας για την άσκηση πίεσης σε κυβερνήσεις που αμφισβητούν την αμερικανική επιρροή.

Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άρρηκτα με την κληρονομιά του Δόγματος Μονρόε. Από το 1823, η Λατινική Αμερική ορίστηκε ως αποκλειστική σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Δύο αιώνες αργότερα, η λογική αυτή επανήλθε στο προσκήνιο, με τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025 να επανατοποθετεί το Δυτικό Ημισφαίριο στο επίκεντρο και τη Βενεζουέλα να γίνεται πεδίο δοκιμής.

Η ρίζα της σύγκρουσης ανάγεται στην εποχή του Ούγκο Τσάβες. Με την Μπολιβαριανή Επανάσταση, τα έσοδα από το πετρέλαιο κατευθύνθηκαν σε κοινωνικές πολιτικές και παράλληλα προωθήθηκε μια περιφερειακή στρατηγική ανεξαρτησίας από την Ουάσινγκτον, μέσω σχημάτων συνεργασίας όπως η ALBA και το Petrocaribe. Η στάση αυτή προκάλεσε την αντίδραση των ΗΠΑ με κυρώσεις, οικονομικούς περιορισμούς και προσπάθειες αποσταθεροποίησης. Ο Μαδούρο κληρονόμησε τόσο την πολιτική παρακαταθήκη όσο και την ένταση αυτής της αντιπαράθεσης.

Το ερώτημα γιατί η στρατιωτική κλιμάκωση ήρθε τώρα συνδέεται με τη διεθνή συγκυρία. Παρά τις δηλώσεις Μαδούρο για διάλογο σε ζητήματα ναρκωτικών, προηγήθηκαν επεισόδια στη θάλασσα και ενισχυμένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Καραϊβική. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση των BRICS και η εμβάθυνση των σχέσεων της Βενεζουέλας με Κίνα, Ρωσία και Ιράν, εκτός δολαριακού συστήματος, θεωρήθηκαν από την Ουάσινγκτον ως υπέρβαση «κόκκινης γραμμής».

Η επέμβαση ερμηνεύεται έτσι ως μήνυμα προς ολόκληρη την περιοχή ότι η αμερικανική επιρροή παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Οι διεθνείς αντιδράσεις υπήρξαν έντονες: καταδίκες από κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής και του Παγκόσμιου Νότου, προειδοποιήσεις για αποσταθεροποίηση και διαδηλώσεις εντός των ΗΠΑ. Πέρα από τη Βενεζουέλα, η υπόθεση θέτει ευρύτερα ερωτήματα για την αξιοπιστία του διεθνούς δικαίου και το κατά πόσο εφαρμόζεται επιλεκτικά.

Για πολλούς, η εικόνα θυμίζει προηγούμενες επεμβάσεις σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη και Συρία. Η Βενεζουέλα δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά προειδοποίηση. Αν η ισχύς υπερισχύσει των κανόνων, η μεταπολεμική διεθνής τάξη κινδυνεύει να υποχωρήσει μπροστά στην ωμή πολιτική ισχύος, με συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ τα σύνορα μιας χώρας.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ