Οι εικόνες από το Καράκας προκάλεσαν ένα γνώριμο αίσθημα ανησυχίας: τεθωρακισμένα οχήματα σε άδειους δρόμους, ο πρόεδρος της χώρας συλληφθείς από τις Ηνωμένες Πολιτείες και η Ουάσιγκτον να δηλώνει ότι η επιχείρηση ήταν «αποφασιστική και ολοκληρωμένη», προειδοποιώντας παράλληλα για ένα δεύτερο, ακόμη σφοδρότερο κύμα εφόσον υπάρξει αντίσταση.
Η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο προκάλεσαν διεθνείς αναταράξεις, πολύ πέρα από τα όρια της Λατινικής Αμερικής. Ωστόσο, στις αγορές ενέργειας η αντίδραση υπήρξε υποτονική. Αντίθετα, σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική, οι εξελίξεις εγείρουν βαθύτερα ερωτήματα για την ενεργειακή ασφάλεια, τα γεωπολιτικά προηγούμενα και το κατά πόσο το πετρέλαιο εξακολουθεί να καθορίζει την παγκόσμια ισορροπία ισχύος.
Παρότι η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως –περίπου 303 δισ. βαρέλια– η παραγωγική της ικανότητα έχει καταρρεύσει. Σύμφωνα με τον ΟΠΕΚ, η χώρα παρήγαγε λιγότερα από ένα εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, ποσοστό αμελητέο σε παγκόσμια κλίμακα και πολύ μακριά από τα επίπεδα των δεκαετιών του 1990 και του 2000.
Η πτωτική πορεία ξεκίνησε ήδη από την εποχή Τσάβες και επιταχύνθηκε επί Μαδούρο, πριν ακόμη επιβληθούν οι αμερικανικές κυρώσεις το 2019. Τα μέτρα αυτά, που στόχευαν στον αποκλεισμό των εσόδων από το πετρέλαιο και στη διακοπή των συναλλαγών με την κρατική PDVSA, οδήγησαν σε οικονομική ασφυξία, υπερπληθωρισμό και στη μαζική φυγή εκατομμυρίων Βενεζουελάνων.
Παρά τη στρατιωτική επέμβαση, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν, καθώς η παγκόσμια αγορά εμφανίζεται υπερπροσφορά. Νέα κοιτάσματα από τη Βραζιλία, τη Γουιάνα και τις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τη χαλάρωση των περικοπών από τον ΟΠΕΚ+, περιορίζουν τον αντίκτυπο οποιασδήποτε βραχυπρόθεσμης διαταραχής από τη Βενεζουέλα.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η πραγματική σημασία της χώρας δεν βρίσκεται στον όγκο, αλλά στην ποιότητα του πετρελαίου της. Το βαρύ αργό της Βενεζουέλας είναι κρίσιμο για πολλά διυλιστήρια των ΗΠΑ, γεγονός που καθιστά πιθανή μια σταδιακή επανένταξή της στο αμερικανικό ενεργειακό σύστημα, εφόσον υπάρξουν επενδύσεις και θεσμικές μεταρρυθμίσεις.
Οι απόψεις διίστανται ως προς τον αντίκτυπο μιας τέτοιας εξέλιξης. Ορισμένοι εκτιμούν ότι οι αμερικανικές εταιρείες μπορούν να αυξήσουν γρήγορα την παραγωγή, πιέζοντας περαιτέρω τις τιμές. Άλλοι προειδοποιούν ότι η ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας απαιτεί χρόνια και τεράστια κεφάλαια.
Για τη Μέση Ανατολή, η επιστροφή της Βενεζουέλας δεν συνιστά άμεση απειλή. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Ιράκ λειτουργούν σε εντελώς διαφορετική κλίμακα. Εκείνο που προκαλεί ανησυχία είναι το προηγούμενο που δημιουργεί η αμερικανική επέμβαση και ο κίνδυνος παρατεταμένης αστάθειας, παρόμοιας με εκείνη που ακολούθησε τις επεμβάσεις στο Ιράκ και τη Λιβύη.
Πέρα από το πετρέλαιο, η Βενεζουέλα έχει αποκτήσει στρατηγική σημασία λόγω της αυξανόμενης επιρροής της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν. Για την Ουάσιγκτον, η χώρα μετατράπηκε σε προγεφύρωμα ανταγωνιστικών δυνάμεων στην παραδοσιακή ζώνη επιρροής των ΗΠΑ.
Το αν τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας θα αποτελέσουν μοχλό σταθερότητας ή έναν ακόμη πυρήνα συγκρούσεων παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Η ιστορία δείχνει ότι η αλλαγή καθεστώτος δεν εγγυάται ανάκαμψη – και ότι το πετρέλαιο, ακόμη και σε έναν κόσμο αφθονίας, εξακολουθεί να τροφοδοτεί γεωπολιτικές εντάσεις.