Σε μια ριζική αλλαγή πλεύσης, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να αντικαταστήσει την άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με μια στρατηγική οικονομικού «ασφυξιογόνου», επιβάλλοντας ναυτικό αποκλεισμό στο Ιράν.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, η Ουάσιγκτον στοχεύει στον πλήρη έλεγχο των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου και των εισαγωγών βασικών αγαθών, προσδοκώντας ότι η επερχόμενη οικονομική κατάρρευση —με ελλείψεις τροφίμων και τραπεζική κρίση— θα αναγκάσει την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο, η αμερικανική στρατηγική βασίζεται στην αμφιλεγόμενη υπόθεση ότι η ηγεσία του Ιράν θα αντιδράσει με «ορθολογισμό» υπό πίεση. Η ιστορική εμπειρία, ωστόσο, δείχνει ότι το ιρανικό καθεστώς διαθέτει υψηλά αποθέματα αντοχής σε εσωτερικές αναταραχές και βαριές απώλειες. Αντί για υποχώρηση, ο αποκλεισμός ενδέχεται να πυροδοτήσει αντίποινα κατά συμμάχων των ΗΠΑ στον Κόλπο ή τη διατάραξη κρίσιμων εμπορικών οδών, όπως τα Στενά του Χορμούζ, μετατρέποντας την οικονομική πίεση σε νέα πολεμική ανάφλεξη.
Παράλληλα, το εγχείρημα εγκυμονεί σοβαρούς γεωπολιτικούς κινδύνους. Μια πιθανή εμπλοκή της Κίνας, η οποία παραμένει βασικός εισαγωγέας ιρανικού αργού, θα μπορούσε να μετατρέψει μια περιφερειακή κρίση σε μείζονα διπλωματική σύγκρουση μεταξύ υπερδυνάμεων. Παρά την αισιοδοξία του Λευκού Οίκου για μια νέα συμφωνία, το χάσμα παραμένει χαώδες: οι ΗΠΑ απαιτούν πλήρη τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος, ενώ η Τεχεράνη ζητά αποζημιώσεις και διασφάλιση της κυριαρχίας της.
Στην καρδιά της στρατηγικής Τραμπ βρίσκεται ο παράγοντας του χρόνου. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η Τεχεράνη θα λυγίσει πριν οι παρενέργειες του αποκλεισμού πλήξουν ανεπανόρθωτα την παγκόσμια οικονομία. Αν το πείραμα αποτύχει, η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια πολιτική παγίδα που θα απαιτεί μια εξαιρετικά σύνθετη διπλωματία, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει αποδώσει καρπούς.