Την έντονη καταδίκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη βίαιη αντιμετώπιση των διαδηλώσεων στο Ιράν εξέφρασε η επικεφαλής Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Πάολα Πινό, δηλώνοντας ότι είναι αδιανόητο ειρηνικοί διαδηλωτές που διεκδικούν την ελευθερία τους να συλλαμβάνονται ή να χάνουν τη ζωή τους. Παράλληλα, τόνισε την αλληλεγγύη της ΕΕ προς τους Ιρανούς πολίτες – γυναίκες, άνδρες και νέους – που βγαίνουν στους δρόμους με κίνδυνο της ζωής τους.
Υπενθύμισε, επίσης, τις δηλώσεις της προέδρου της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία έχει ζητήσει την άμεση απελευθέρωση όλων των φυλακισμένων διαδηλωτών και την πλήρη αποκατάσταση της πρόσβασης στο διαδίκτυο.
Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Ανουάρ Ελ Ανούνι, ανέφερε ότι η ΕΕ είναι έτοιμη να εξετάσει την επιβολή πρόσθετων και αυστηρότερων κυρώσεων ως απάντηση στη βίαιη καταστολή. Όπως σημείωσε, τα μέτρα αυτά θα συμπληρώσουν το υφιστάμενο καθεστώς κυρώσεων, ενώ η τελική απόφαση εναπόκειται στα κράτη-μέλη και απαιτεί ομοφωνία στο Συμβούλιο.
Αναφερόμενος στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), ο κ. Ελ Ανούνι υπενθύμισε ότι το σύνολο του σώματος έχει ήδη υπαχθεί στο καθεστώς κυρώσεων που αφορά τα όπλα μαζικής καταστροφής, με συνέπεια το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και την απαγόρευση χρηματοδότησης. Επιπλέον, άτομα και οντότητες του IRGC έχουν στοχοποιηθεί για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, καθώς και για τη στήριξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο χαρακτηρισμού τους ως τρομοκρατικής οργάνωσης, οι συζητήσεις μεταξύ των κρατών-μελών συνεχίζονται, με την ΕΕ να ξεκαθαρίζει ότι και αυτή η απόφαση απαιτεί ομοφωνία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η γερμανική ηγεσία. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς καταδίκασε τη «δυσανάλογη και βάναυση» βία των ιρανικών δυνάμεων ασφαλείας κατά των διαδηλωτών, επαινώντας το θάρρος όσων διαμαρτύρονται ειρηνικά για την ελευθερία τους. Κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, εκατοντάδες πολίτες συμμετείχαν σε διαδηλώσεις αλληλεγγύης σε γερμανικές πόλεις. Εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης διευκρίνισε πάντως ότι, προς το παρόν, το Βερολίνο απευθύνει εκκλήσεις απευθείας προς την ιρανική κυβέρνηση, χωρίς να προχωρά σε περαιτέρω πρωτοβουλίες.
Ισχυρότερη στάση ζήτησε ο αντιπρόεδρος της Bundestag, Ομίντ Νουριπούρ, καλώντας την ΕΕ να εντάξει τους Φρουρούς της Επανάστασης στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων και να δεσμεύσει ιρανικά περιουσιακά στοιχεία στην Ευρώπη. Όπως ανέφερε, η κοινωνική και οικονομική πίεση, σε συνδυασμό με την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών, έχει οδηγήσει σε πρωτοφανείς κινητοποιήσεις, με τους πολίτες να ξεπερνούν τον φόβο τους. Παράλληλα, απέρριψε τόσο το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης των ΗΠΑ όσο και τις διαπραγματεύσεις με το καθεστώς, προτείνοντας αντ’ αυτών την παροχή τεχνικής στήριξης για ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο.
Ανάλογες θέσεις διατύπωσαν και άλλα γερμανικά κόμματα. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών της Bundestag από το CDU, Άρμιν Λάσετ, τάχθηκε υπέρ της ένταξης των IRGC στη λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων, ώστε να περιοριστούν τα χρηματοοικονομικά τους δίκτυα στην Ευρώπη. Από την πλευρά του SPD, ο αρμόδιος για την εξωτερική πολιτική Άντις Αχμέτοβιτς πρότεινε την αναστολή των απελάσεων προς το Ιράν και τη χορήγηση ανθρωπιστικών θεωρήσεων σε διωκόμενα άτομα, υπογραμμίζοντας ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη πρέπει να αποδεικνύεται και στην πράξη.