Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εισήλθε στη σύγκρουση με το Ιράν εκτιμώντας ότι η τεράστια ενεργειακή αυτάρκεια της Αμερικής θα λειτουργούσε ως ανάχωμα απέναντι σε ένα παγκόσμιο ενεργειακό σοκ. Ωστόσο, τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, η εικόνα αυτή εμφανίζεται λιγότερο σταθερή, όπως επισημαίνει το Reuters.
Το στοίχημα της Ουάσινγκτον απέδωσε μόνο εν μέρει. Οι τιμές ενέργειας στις ΗΠΑ αυξήθηκαν μεν, αλλά ηπιότερα σε σύγκριση με άλλες περιοχές, μετά τις αεροπορικές επιδρομές ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου. Η σύγκρουση οδήγησε σε γενικευμένη αναστάτωση στη Μέση Ανατολή, επηρεάζοντας κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και μπλοκάροντας το Στενό του Ορμούζ, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η τιμή του Brent αυξήθηκε κατά περίπου 55%, αγγίζοντας τα 110 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό West Texas Intermediate κατέγραψε άνοδο 50%, φτάνοντας κοντά στα 99 δολάρια. Η απόκλιση μεταξύ των δύο τιμών έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, εξαιρουμένης της περιόδου της πανδημίας.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη δομική αλλαγή στις αγορές ενέργειας. Οι ΗΠΑ έχουν αναδειχθεί στον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, εξάγοντας πλέον περισσότερη ενέργεια από όση εισάγουν, χάρη στην άνθηση του σχιστολιθικού πετρελαίου. Παρά το γεγονός ότι τα αμερικανικά διυλιστήρια συνεχίζουν να εισάγουν συγκεκριμένες ποιότητες αργού –με ένα μικρό ποσοστό από τη Μέση Ανατολή– η άμεση εξάρτηση της χώρας από την περιοχή παραμένει περιορισμένη σε σχέση με την Ευρώπη και, κυρίως, την Ασία.
Η Ασία αναδεικνύεται στον πιο ευάλωτο κρίκο, καθώς καλύπτει περίπου το 60% των αναγκών της σε πετρέλαιο από τη Μέση Ανατολή. Η διακοπή των ροών ανάγκασε διυλιστήρια να μειώσουν την παραγωγή και κυβερνήσεις να υιοθετήσουν ακριβές επιδοτήσεις και μέτρα εξοικονόμησης, με τις τιμές εισαγωγής να ξεπερνούν πρόσφατα τα 150 δολάρια το βαρέλι.
Ωστόσο, το σχετικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ υποχωρεί. Καθώς Ευρώπη και Ασία αναζητούν εναλλακτικές πηγές, στρέφονται ολοένα και περισσότερο στην αμερικανική αγορά, απορροφώντας μεγαλύτερες ποσότητες αργού, καυσίμων και φυσικού αερίου. Οι εξαγωγές αμερικανικού πετρελαίου οδεύουν προς ιστορικό ρεκόρ, περιορίζοντας τις εγχώριες προμήθειες.
Το αποτέλεσμα γίνεται ήδη αισθητό στην καθημερινότητα: οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί πάνω από 30% μέσα σε έναν μήνα και απειλούν να ξεπεράσουν τα 4 δολάρια το γαλόνι, ενώ το ντίζελ κινείται πάνω από τα 5 δολάρια. Ο Λευκός Οίκος υποβαθμίζει τις αυξήσεις, με τον Τραμπ να τις χαρακτηρίζει «μικρό τίμημα» σε σχέση με τους στρατηγικούς στόχους του πολέμου.
Παράλληλα, οι παραγωγοί σχιστολιθικού πετρελαίου εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς την αύξηση της παραγωγής, επικαλούμενοι ελλείψεις εργατικού δυναμικού, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και πίεση από επενδυτές για δημοσιονομική πειθαρχία. Τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου προσφέρουν μόνο πρόσκαιρη ανακούφιση.
Καθώς ο πόλεμος παρατείνεται, το κόστος μετακυλίεται όλο και περισσότερο στους Αμερικανούς καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών καυσίμων και πληθωριστικών πιέσεων, με δυνητικά σοβαρές πολιτικές συνέπειες σε εκλογικό έτος. Το αν και πότε θα αποκατασταθεί πλήρως η λειτουργία του Στενού του Ορμούζ παραμένει αβέβαιο, ενώ ακόμη και μια επαναλειτουργία δεν θα εξαλείψει άμεσα το έλλειμμα προσφοράς.
Όπως καταλήγει το Reuters, η πεποίθηση ότι η ενεργειακή αφθονία της Αμερικής μπορεί να την προστατεύσει πλήρως από τα παγκόσμια ενεργειακά σοκ έχει πλέον δοκιμαστεί στην πράξη – και αποδεικνύεται σαφώς ανεπαρκής.