Το βασικό ερώτημα που τίθεται γύρω από την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν είναι αν μπορεί να ανατραπεί ένα καθεστώς σχεδόν πέντε δεκαετιών χωρίς χερσαία επέμβαση — σενάριο που προς το παρόν δεν εξετάζεται. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ανατροπή της ηγεσίας στην Τεχεράνη δεν αποτελεί τον άμεσο στόχο, αλλά μια πιθανή παράπλευρη εξέλιξη των αεροπορικών επιχειρήσεων.
Η Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δηλώνουν ότι επιδιώκουν κυρίως να αποδυναμώσουν την απειλή, δημιουργώντας τις συνθήκες ώστε οι ίδιοι οι Ιρανοί να καθορίσουν το πολιτικό τους μέλλον. Πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων, η Ισλαμική Δημοκρατία θεωρούνταν ήδη σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, με πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις και την αεράμυνα, σοβαρή οικονομική κρίση και τις μεγαλύτερες εσωτερικές αναταραχές από το 1979.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι Ντόναλντ Τραμπ και Μπενιαμίν Νετανιάχου θεώρησαν ότι διαμορφώθηκε ευνοϊκό «παράθυρο ευκαιρίας» για πλήγματα που θα εξουδετερώσουν το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα της Τεχεράνης — ακόμη κι αν η πτώση του καθεστώτος δεν είναι δεδομένη.
Η επιλογή μιας ευρείας και συνεχούς επιχείρησης, αντί αποσπασματικών επιδρομών, αποσκοπεί στον περιορισμό της ικανότητας αντίδρασης του Ιράν και στην καταστροφή των εκτοξευτών πυραύλων, που καθορίζουν τη δυνατότητα μαζικών επιθέσεων. Ήδη, σύμφωνα με εκτιμήσεις, η επιχειρησιακή ικανότητα βολής της χώρας είχε μειωθεί σημαντικά από προηγούμενες συγκρούσεις.
Στην Ουάσιγκτον εκτιμάται ότι η επιχείρηση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ωστόσο, στο εσωτερικό των ΗΠΑ εγείρονται αντιδράσεις, καθώς η στρατιωτική εμπλοκή θεωρείται αντίθετη με τις προεκλογικές δεσμεύσεις για περιορισμό των εξωτερικών επεμβάσεων και εστίαση στην εγχώρια οικονομία. Παράλληλα, η κρίση μετατοπίζει την πολιτική ατζέντα μετά από πλήγματα που δέχθηκε η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.
Η επίθεση ενισχύει επίσης τη σχέση της Ουάσιγκτον με το ισραηλινό πολιτικό κατεστημένο, καθώς θεωρείται απάντηση στον ρόλο της Χαμάς — οργάνωσης που συνδέεται με την Τεχεράνη — στις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου. Παράλληλα, περιορίζει τη δυνατότητα του Ιράν να λειτουργεί ως στρατηγικός εταίρος της Ρωσία και της Κίνα.
Η σύγκρουση, ωστόσο, έχει ήδη επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Η ένταση στα Στενά του Ορμούζ — από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου — προκάλεσε άνοδο των τιμών, ενώ ο ΟΠΕΚ επιχείρησε να περιορίσει τις συνέπειες αυξάνοντας την παραγωγή. Οι αγορές εμφανίζονται μέχρι στιγμής σχετικά ψύχραιμες, με το βασικό σενάριο να προβλέπει έντονη αλλά βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα.
Τέλος, τα πρόσφατα γεγονότα αναδεικνύουν την ιδιαίτερα στενή συνεργασία μεταξύ Νετανιάχου και Τραμπ, η οποία φαίνεται ισχυρότερη από ό,τι εκτιμούσαν προηγουμένως πολλοί παρατηρητές.