Η συζήτηση για ένα νέο σχέδιο ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με προσπάθεια σταθεροποίησης. Στην πραγματικότητα, ενδέχεται να λειτουργεί ως καταλύτης για κάτι βαθύτερο: Όχι απλώς τη λήξη των συγκρούσεων, αλλά τη σταδιακή αναδιάταξη του ίδιου του γεωπολιτικού χάρτη. Όχι με θεαματικές ανακοινώσεις και νέες γραμμές συνόρων, αλλά με μια πιο αθόρυβη -και γι’ αυτό πιο επικίνδυνη- διαδικασία: Τη μετατροπή κρατών σε χαλαρές γεωγραφικές έννοιες.
Ο σημερινός χάρτης της περιοχής στηρίζεται ακόμη, σε μεγάλο βαθμό, στη λογική της «Συμφωνίας Σάικς-Πικό». Έναν αιώνα μετά, τα όρια εκείνα επιβιώνουν τυπικά, αλλά έχουν χάσει την ουσία τους. Συρία, Ιράκ και Λίβανος δεν λειτουργούν πλέον ως συγκροτημένα κράτη, αλλά ως σύνθετα πεδία επιρροών, εθνοτικών ταυτοτήτων και εξωτερικών παρεμβάσεων. Το ερώτημα δεν είναι αν ο χάρτης αλλάζει, αλλά πώς αλλάζει χωρίς να το παραδεχόμαστε.
Στη Συρία, η πραγματικότητα έχει ήδη προχωρήσει πολύ πέρα από τις διπλωματικές διακηρύξεις. Το κράτος είναι κατακερματισμένο σε ζώνες: καθεστωτικές, κουρδικές, τουρκικής επιρροής και υπολείμματα τζιχαντιστικών ομάδων. Στο Ιράκ, το Κουρδιστάν λειτουργεί εδώ και χρόνια με όρους σχεδόν κρατικής οντότητας, ενώ η κεντρική εξουσία στη Βαγδάτη ισορροπεί ανάμεσα σε αντικρουόμενα κέντρα ισχύος. Στον Λίβανο, η Χεζμπολάχ έχει εξελιχθεί σε παράλληλο μηχανισμό εξουσίας, υπονομεύοντας την ίδια την έννοια του ενιαίου κράτους. Αυτό που αναδύεται είναι ένα πλέγμα «Κρατών-Πληρεξουσίων» (Proxy States), όπου η τοπική κυριαρχία υποτάσσεται στις στρατηγικές επιδιώξεις τρίτων.
Αν υπάρξει ένα ευρύτερο σχέδιο ειρήνευσης, το πιθανότερο δεν είναι να δούμε νέες διεθνώς αναγνωρισμένες γραμμές συνόρων. Αντίθετα, θα δούμε τη θεσμοθέτηση αυτού που ήδη συμβαίνει: ομοσπονδιοποιήσεις, αυτόνομες περιοχές και «γκρίζες ζώνες» κυριαρχίας. Δηλαδή, μια νέα αρχιτεκτονική όπου τα κράτη θα υπάρχουν τυπικά, αλλά η εξουσία θα ασκείται πολυεπίπεδα. Με άλλα λόγια, η ειρήνη μπορεί να μην ενοποιήσει τα κράτη, αλλά να παγιώσει τη διάσπασή τους.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζουν οι μεγάλες δυνάμεις. ΗΠΑ, Ρωσία, Ισραήλ και Τουρκία δεν επιδιώκουν απαραίτητα την επίσημη αλλαγή συνόρων. Αντιθέτως, συχνά προτιμούν μια ελεγχόμενη αστάθεια, με ζώνες επιρροής, που τους επιτρέπουν να παρεμβαίνουν χωρίς το κόστος μιας πλήρους αναδιάταξης. Η Τουρκία, ειδικά, επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτόν τον κατακερματισμό για να επεκτείνει το στρατηγικό της βάθος, αλλά ταυτόχρονα εγκλωβίζεται σε ένα περιβάλλον, που καθίσταται όλο και πιο απρόβλεπτο και δυνητικά αποσταθεροποιητικό και για την ίδια. Έτσι, η «μη λύση» μετατρέπεται σε στρατηγική επιλογή.
Την ίδια στιγμή, νέοι παίκτες επιβάλλουν τη δική τους οικονομική λογική πάνω στις παλιές γεωπολιτικές πληγές. Η Κίνα, μέσω της μεσολάβησής της μεταξύ Τεχεράνης και Ριάντ, προωθεί μια «σταθερότητα υποδομών», όπου η οικονομική διασύνδεση προηγείται της πολιτικής λύσης. Από την άλλη, ο φιλόδοξος διάδρομος IMEC (Ινδία-Μέση Ανατολή-Ευρώπη) αναδεικνύει την Ινδία σε κρίσιμο ρυθμιστή. Ο ανταγωνισμός αυτών των μεγάλων εμπορικών δρόμων επαναπροσδιορίζει τη σημασία των εδαφών. Η κυριαρχία δεν μετριέται πλέον μόνο με στρατιωτική παρουσία, αλλά με τον έλεγχο των κόμβων και των δικτύων. Η Σαουδική Αραβία δείχνει να προσαρμόζεται σε αυτή τη μεταβολή, επιδιώκοντας να θωρακίσει την επιρροή της μέσω οικονομικών συνασπισμών και περιφερειακών εξισορροπήσεων.
Το πιο ενδιαφέρον -και ίσως πιο ανησυχητικό- στοιχείο είναι ότι το Ιράν, αν και εμφανίζεται πιο συνεκτικό στο εσωτερικό του, έχει λειτουργήσει ως βασικός αρχιτέκτονας αυτής της αποδόμησης στους γείτονές του. Οι εθνοτικές και κοινωνικές πιέσεις στο εσωτερικό του δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε γεωπολιτική αποσύνθεση, αλλά η πορεία της περιοχής δείχνει ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να θεωρείται απολύτως σταθερό σε ένα περιβάλλον συνεχούς αναδιάταξης.
Ο χάρτης δεν αλλάζει με νέες γραμμές. Αλλάζει με την αποδόμηση αυτών που ήδη υπάρχουν. Η Μέση Ανατολή οδηγείται σε έναν πολυεπίπεδο γεωπολιτικό χώρο όπου τα σύνορα λειτουργούν ως «κέλυφος», χωρίς να καθορίζουν την πραγματική ισχύ.
Σε μια εποχή όπου η αστάθεια των γειτόνων μας -από τη Λιβύη έως τη Συρία- μετατρέπεται σε «γκρίζα κανονικότητα», η εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη μόνο επειδή είναι αποτυπωμένη στους χάρτες. Η σταθερότητα της Ελλάδας παύει να είναι απλώς ένα εσωτερικό κεκτημένο και μετατρέπεται σε ένα σπάνιο στρατηγικό πλεονέκτημα. Σε έναν κόσμο που αποσυντίθεται αθόρυβα, η ικανότητα ενός κράτους να παραμένει συμπαγές, θεσμικά ισχυρό και γεωπολιτικά αξιόπιστο, είναι η μόνη πραγματική άμυνα απέναντι στη νέα γεωγραφία των ερειπίων..!
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr