Καταγγελίες για ρωσική κατασκοπεία μέσω της Εκκλησίας – Στο επίκεντρο και η βάση της Σούδας

 
πατριαρχησ κυριλος και πουτιν

Πηγή Φωτογραφίας: Alexey Druzhinin/AFP

Ενημερώθηκε: 27/10/26 - 08:41

Σοβαρές καταγγελίες για τη σύνδεση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών διατυπώνει, στο ΣΚΑΙ, ο αναλυτής διεθνούς ασφάλειας και συγγραφέας Μισέαλ Ο’Χάρλεϊ, υποστηρίζοντας ότι εκκλησιαστικοί παράγοντες έχουν εμπλακεί σε επιχειρήσεις κατασκοπείας και εκβιασμού θρησκευτικών ηγετών στην Ευρώπη.

Στο πλαίσιο αυτό, κάνει ειδική αναφορά και στη ναυτική βάση της Σούδας, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, βρέθηκε στο στόχαστρο δραστηριοτήτων παρακολούθησης από ακίνητα που συνδέονται με τη Ρωσική Εκκλησία.

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Wolves in Sheep’s Clothing: The Russian Orthodox Church’s Threat to European Security and Democracy», το οποίο συνυπογράφει με την Οξάνα Σαντρίνα, ο Ο’Χάρλεϊ περιγράφει τη Ρωσική Εκκλησία ως μηχανισμό που, κατά την εκτίμησή του, λειτουργεί σε στενή συνεργασία με το Κρεμλίνο, εξυπηρετώντας πολιτικές και στρατηγικές επιδιώξεις της Μόσχας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, στοιχεία που φέρεται να εντοπίστηκαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Ρώσου Ντμίτρι Πετρόφσκι, ο οποίος ελέγχθηκε σε αμερικανικό αεροδρόμιο, παρέπεμπαν σε κοινές επιχειρήσεις της ρωσικής Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (FSB) και της Ρωσικής Εκκλησίας για τη συλλογή επιβαρυντικών πληροφοριών και τον εκβιασμό εκκλησιαστικών ηγετών.

Ο αναλυτής υποστηρίζει ότι τα στοιχεία αυτά υποδήλωναν πως ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος γνώριζε την επιχείρηση και ενδέχεται να είχε δώσει προσωπικά την έγκρισή του.

Η Σούδα και οι δραστηριότητες παρακολούθησης

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Σούδα, με τον Ο’Χάρλεϊ να επικαλείται εκτιμήσεις ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών και δημοσιογραφικές έρευνες σχετικά με τη χρήση ακινήτων που συνδέονται με τη Ρωσική Εκκλησία για την παρακολούθηση στρατιωτικών και ναυτικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα και την Κρήτη.

Οι ισχυρισμοί του εντάσσονται σε μια ευρύτερη εικόνα που περιγράφει για τη δραστηριότητα Ρώσων εκκλησιαστικών παραγόντων κοντά σε κρίσιμες υποδομές ευρωπαϊκών χωρών.

Ως ενδεικτικά παραδείγματα, αναφέρει την ανέγερση ναού κοντά σε διάδρομο που χρησιμοποιείται από το ΝΑΤΟ στη Σουηδία και την παρουσία εκκλησιαστικής εγκατάστασης δίπλα στο Κέντρο Διακλαδικού Πολέμου της Συμμαχίας, στο Σταβάνγκερ της Νορβηγίας.

Κατά την εκτίμησή του, η επιλογή τέτοιων τοποθεσιών εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο εξυπηρετούν αποκλειστικά θρησκευτικούς σκοπούς ή μπορούν να αξιοποιηθούν για τη συλλογή πληροφοριών.

Ο αναλυτής επικαλείται επίσης περιστατικό στη νορβηγική πόλη Κίρκενες, όπου Ρώσοι ορθόδοξοι ιερείς φέρεται να ζήτησαν να επισκεφθούν εγκαταστάσεις ύδρευσης.

Συνδέει την υπόθεση με μεταγενέστερες κυβερνοεπιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, για τις οποίες οι νορβηγικές αρχές ασφαλείας απέδωσαν ευθύνη σε πρόσωπα ή ομάδες που υποστηρίζονταν από το ρωσικό κράτος. Ωστόσο, οι συνδέσεις αυτές παρουσιάζονται ως εκτιμήσεις και ισχυρισμοί του ίδιου.

Η σχέση Πούτιν – Κυρίλλου και ο πόλεμος στην Ουκρανία

Ο Ο’Χάρλεϊ χαρακτηρίζει τη σχέση του Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Πατριάρχη Κύριλλο «συμβιωτική, αλλά άνιση», υποστηρίζοντας ότι οι δύο πλευρές αποκομίζουν αμοιβαία οφέλη. Όπως αναφέρει, η Ρωσική Εκκλησία προσέφερε πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση στον Ρώσο πρόεδρο, ενώ το Κρεμλίνο της εξασφάλισε προνόμια, φορολογικές διευκολύνσεις και την επιστροφή περιουσιακών στοιχείων.

Κατά τον αναλυτή, η σύμπλευση αυτή ενισχύθηκε μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και την έναρξη της σύγκρουσης στο Ντονμπάς το 2014, αλλά και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Ο ίδιος επικρίνει τη ρητορική περί «Ιερού Πολέμου» που υιοθέτησε ο Πατριάρχης Κύριλλος, θεωρώντας ότι προσφέρει θρησκευτική νομιμοποίηση στη στρατιωτική δράση της Μόσχας και συμβάλλει στην ενίσχυση της κοινωνικής αποδοχής του πολέμου.

Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η εκκλησιαστική ηγεσία περιορίζει τις φωνές που αντιτίθενται στη σύγκρουση, ενώ αποφεύγει να αντιδράσει στις διώξεις πολιτών και στις κατασταλτικές πρακτικές του ρωσικού κράτους. Κατά την εκτίμησή του, η εξάρτηση της Εκκλησίας από την πολιτική εξουσία θυμίζει σε σημαντικό βαθμό την κατάσταση που επικρατούσε επί Στάλιν.

Οι ανησυχίες για το Άγιον Όρος και την Ελλάδα

Ο αναλυτής αναφέρεται επίσης στους ιστορικούς δεσμούς της Ρωσικής Εκκλησίας με το Άγιον Όρος, εκφράζοντας ανησυχίες για το ενδεχόμενο οι θρησκευτικές σχέσεις να αξιοποιούνται ως δίαυλος πολιτικής επιρροής και συλλογής πληροφοριών. Στο ίδιο πλαίσιο, υποστηρίζει ότι έχουν καταγραφεί περιπτώσεις Ρώσων κληρικών που φέρονται να εμπλέκονται σε δραστηριότητες κατασκοπείας σε ευρωπαϊκές χώρες.

Όπως αναφέρει, οι ευρωπαϊκές αρχές έχουν προχωρήσει σε απελάσεις κληρικών από χώρες όπως η Βουλγαρία, η Εσθονία και η Βόρεια Μακεδονία. Για την Ελλάδα, υποστηρίζει ότι υπηρεσίες ασφαλείας εκφράζουν ιδιωτικά ανησυχίες για τις δραστηριότητες ορισμένων Ρώσων μοναχών και εκκλησιαστικών προσώπων. Προσθέτει ότι έχουν αυξηθεί οι περιορισμοί στη χορήγηση θεωρήσεων Σένγκεν σε κληρικούς της Ρωσικής Εκκλησίας και ότι οι μετακινήσεις τους παρακολουθούνται στενότερα.

Οι ισχυρισμοί αυτοί εντάσσονται στη βασική θέση του Ο’Χάρλεϊ ότι η θρησκευτική παρουσία μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να χρησιμοποιείται ως κάλυψη για δραστηριότητες που εξυπηρετούν κρατικούς στόχους. Οι καταγγελίες του, ωστόσο, αποτελούν τις εκτιμήσεις του ίδιου και δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη για κάθε επιμέρους περιστατικό.

Οι «παραδοσιακές αξίες» ως μέσο επιρροής

Ιδιαίτερη θέση στη συνέντευξη καταλαμβάνει και η ρωσική ρητορική περί «παραδοσιακών αξιών». Ο Ο’Χάρλεϊ υποστηρίζει ότι το Κρεμλίνο και η Ρωσική Εκκλησία χρησιμοποιούν την έννοια αυτή για να ενισχύσουν μια εθνική ταυτότητα που τοποθετεί το κράτος πάνω από το άτομο και αντιπαραθέτει τη Ρωσία στις φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης.

Κατά την άποψή του, η επίκληση της οικογένειας, της θρησκείας και της εθνικής παράδοσης δεν αντανακλά κατ’ ανάγκη την πραγματική κοινωνική κατάσταση στη Ρωσία. Επικαλείται στοιχεία για τη φτώχεια, τα προβλήματα δημόσιας υγείας, την υψηλή αναλογία διαζυγίων και τις στρατιωτικές δαπάνες, υποστηρίζοντας ότι η χρηματοδότηση του πολέμου και η επιδίωξη επέκτασης της ρωσικής επιρροής προηγούνται της κοινωνικής ευημερίας.

Παράλληλα, ασκεί κριτική στην πολιτική της Μόσχας απέναντι στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, τονίζοντας ότι η στοχοποίηση μιας μειονότητας δεν μπορεί να αποτελέσει λύση στα ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα. Κατά τον ίδιο, οι αξίες που επικαλείται ένα κράτος πρέπει να αξιολογούνται από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και αντιμετωπίζει τις ανάγκες των πολιτών του.

Το ρήγμα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Ο Ο’Χάρλεϊ αναφέρεται ακόμη στη σύγκρουση της Μόσχας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υποστηρίζοντας ότι η Ρωσική Εκκλησία επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή της στον ορθόδοξο κόσμο εις βάρος της εκκλησιαστικής ενότητας. Παράλληλα, υπερασπίζεται τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, απορρίπτοντας τις ρωσικές αιτιάσεις ότι επιχειρεί να αποκτήσει εξουσίες αντίστοιχες με εκείνες του Πάπα.

Για τον ίδιο, η αποκατάσταση των εκκλησιαστικών σχέσεων μετά το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία θα απαιτήσει ειλικρινή αυτοκριτική και ουσιαστική επανεξέταση της σχέσης της Ρωσικής Εκκλησίας με το κράτος. Θεωρεί, μάλιστα, ότι η παραμονή του Κυρίλλου στον πατριαρχικό θρόνο ενδέχεται να αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο στη συμφιλίωση.

Το βασικό ερώτημα, όπως το θέτει, είναι αν η Ρωσική Εκκλησία θα επιλέξει να αποστασιοποιηθεί από τις πολιτικές επιδιώξεις του Κρεμλίνου ή αν θα συνεχίσει να λειτουργεί σε στενή εξάρτηση από τη ρωσική ηγεσία.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ