Ισραήλ: Εκλογική μάχη με φόντο την παραμονή Νετανιάχου στην εξουσία – Ρυθμιστές τα αραβικά κόμματα

 
ΙΣΡΑΗΛΙΝΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo

Ενημερώθηκε: 27/10/26 - 08:05

Οι κάλπες ανοίγουν σήμερα στο Ισραήλ για την εκλογή των 120 μελών της Κνεσέτ, σε μια αναμέτρηση που θεωρείται καθοριστική για το πολιτικό μέλλον του Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Πρόκειται για τις πρώτες εκλογές μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, με τον μακροβιότερο πρωθυπουργό της χώρας, ο οποίος έχει συμπληρώσει σχεδόν 19 χρόνια στην εξουσία σε διαφορετικές περιόδους, να διεκδικεί την πολιτική του επιβίωση.

Οι δημοσκοπήσεις προμηνύουν μια αμφίρροπη αναμέτρηση, καθώς ούτε το στρατόπεδο του Νετανιάχου ούτε η αντιπολίτευση φαίνεται να εξασφαλίζουν αυτοδύναμη πλειοψηφία.

Η συγκέντρωση των 61 εδρών που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης αναμένεται να αποτελέσει το βασικό ζητούμενο της επόμενης ημέρας, με τις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις και τις πιθανές συνεργασίες να αποκτούν καθοριστική σημασία.

Η μάχη των 61 εδρών

Το εκλογικό σύστημα του Ισραήλ είναι αναλογικό, με τα κόμματα να πρέπει να συγκεντρώσουν τουλάχιστον το 3,25% των ψήφων για να εκπροσωπηθούν στην Κνεσέτ. Σύμφωνα με τον μέσο όρο επτά δημοσκοπήσεων από έξι εταιρείες, που δημοσιεύθηκαν έως τις 23 Οκτωβρίου, το μπλοκ του Νετανιάχου και τα κόμματα της αντιπολίτευσης συγκεντρώνουν από 53 έδρες το καθένα.

Οι αραβικές πολιτικές δυνάμεις εκτιμάται ότι θα καταλάβουν συνολικά περίπου 14 έδρες, γεγονός που τις καθιστά δυνητικούς ρυθμιστές των εξελίξεων. Ωστόσο, η συνεργασία μαζί τους δεν θεωρείται δεδομένη, καθώς συναντά αντιδράσεις από διαφορετικές πλευρές του πολιτικού φάσματος.

Επομένως, η έκβαση της αναμέτρησης δεν θα κριθεί αποκλειστικά από το ποιο κόμμα θα αναδειχθεί πρώτο, αλλά κυρίως από το ποιος θα μπορέσει να εξασφαλίσει τις απαραίτητες κοινοβουλευτικές συμμαχίες.

Το στρατόπεδο Νετανιάχου και οι εσωτερικές αντιθέσεις

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός στηρίζεται σε έναν συνασπισμό κομμάτων με διαφορετικές πολιτικές προτεραιότητες. Οι ακροδεξιοί εταίροι του, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς, υποστηρίζουν σκληρή πολιτική απέναντι στους Παλαιστινίους και την επέκταση των εποικισμών, ενώ τα υπερορθόδοξα κόμματα δίνουν προτεραιότητα σε ζητήματα που αφορούν τις κοινότητές τους.

Οι διαφωνίες στο εσωτερικό της παράταξης έχουν ήδη προκαλέσει προβλήματα. Το Ενωμένο Ιουδαϊσμός της Τορά αποχώρησε από την κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2025, με αφορμή τη διαμάχη για τη στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων Εβραίων. Η στάση του στις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις ενδέχεται να αποδειχθεί κρίσιμη για τις πιθανότητες επιστροφής του Νετανιάχου στην εξουσία.

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δικαστικές περιπέτειες, καθώς κατηγορείται σε τρεις υποθέσεις διαφθοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η φερόμενη αποδοχή δώρων αξίας περίπου 700.000 σέκελ από επιχειρηματίες.

Ο ίδιος αρνείται τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι αποτελεί στόχο πολιτικής δίωξης. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει δημόσια τη στήριξή του στον Νετανιάχου, ζητώντας από τον Ισραηλινό πρόεδρο να του απονείμει χάρη.

Η αντιπολίτευση αναζητά κοινό βηματισμό

Απέναντι στον Νετανιάχου, κεντρικό ρόλο διεκδικεί ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Γκάντι Άιζενκοτ, επικεφαλής του κόμματος Yashar. Στον ευρύτερο χώρο της αντιπολίτευσης βρίσκονται επίσης ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, ο Γιαΐρ Λαπίντ, ο Γιαΐρ Γκολάν και ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν.

Οι ηγέτες του λεγόμενου «μπλοκ της αλλαγής» επιχείρησαν να περιορίσουν τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις τους, δεσμευόμενοι να μην εξαπολύουν επιθέσεις ο ένας εναντίον του άλλου κατά την προεκλογική περίοδο. Παρά τη συνεννόηση, ωστόσο, παραμένουν ανοιχτά σημαντικά ζητήματα, με κυριότερα το πρόσωπο που θα διεκδικήσει την πρωθυπουργία και τη δυνατότητα συνεργασίας με τα αραβικά κόμματα.

Η αντιπολίτευση επιχειρεί να εμφανιστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική λύση, χωρίς όμως να έχει διασφαλίσει ότι οι διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις της θα μπορέσουν να συγκροτήσουν μια σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία.

Τα αραβικά κόμματα στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων

Η στάση των αραβικών κομμάτων ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστική για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Το Ραάμ του Μανσούρ Αμπάς έχει ήδη συμμετάσχει σε κυβερνητικό συνασπισμό, καθώς το 2021 έγινε το πρώτο ανεξάρτητο αραβικό κόμμα που στήριξε κυβέρνηση στο Ισραήλ, συμμετέχοντας στον συνασπισμό των Ναφτάλι Μπένετ και Γιαΐρ Λαπίντ.

Μια αντίστοιχη συνεργασία θα μπορούσε να βοηθήσει την αντιπολίτευση να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες έδρες. Ωστόσο, παραμένει πολιτικά δύσκολη, καθώς ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν έχει αποκλείσει τη συμμετοχή αραβικών κομμάτων σε κυβέρνηση, ενώ ανάλογη στάση τηρούν και οι ακροδεξιές δυνάμεις.

Ο Νετανιάχου επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτές τις διαφωνίες, προειδοποιώντας ότι μια κυβέρνηση των αντιπάλων του θα μπορούσε να παραχωρήσει ιθαγένεια σε Παλαιστινίους, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον ίδιο, θα απειλούσε τον χαρακτήρα του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους.

Από την πλευρά του, ο Άιζενκοτ κατηγορεί τον πρωθυπουργό ότι είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να παραμείνει στην εξουσία. Το βασικό ερώτημα για την αντιπολίτευση είναι αν θα αποδεχθεί τελικά τη στήριξη των αραβικών κομμάτων, ακόμη και αν αυτή αποδειχθεί απαραίτητη για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Τα μικρά κόμματα και η σημασία των λίγων ψήφων

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η επίδοση μικρότερων κομμάτων που βρίσκονται κοντά στο εκλογικό όριο του 3,25%. Ανάμεσά τους βρίσκονται το Amcha Yisrael του απόστρατου στρατηγού Οφέρ Γουίντερ και το Reservists–Economic Party των Γιοάζ Χέντελ και Γιαρόν Ζελέχα.

Η είσοδος ή ο αποκλεισμός τους από την Κνεσέτ μπορεί να επηρεάσει την κατανομή των εδρών μεταξύ των κομμάτων που θα εκπροσωπηθούν στο κοινοβούλιο. Σε μια εκλογική αναμέτρηση χωρίς σαφή προοπτική αυτοδυναμίας, ακόμη και μικρές μεταβολές μπορεί να αλλάξουν τις ισορροπίες.

Ο Νετανιάχου κάλεσε τους δεξιούς ψηφοφόρους να μην επιλέξουν μικρά κόμματα που, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν πιθανότητες να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να περιορίσει τις απώλειες ψήφων από το δικό του στρατόπεδο.

Τα τρία πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα

Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος του Ισραήλ θα διαβουλευθεί με τα κόμματα και θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον βουλευτή που θα θεωρήσει ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της Κνεσέτ. Η αρχική προθεσμία είναι 28 ημέρες, με δυνατότητα παράτασης κατά 14 ημέρες.

Οι διαπραγματεύσεις ενδέχεται να διαρκέσουν εβδομάδες και, αν αποτύχουν, δεν αποκλείεται η χώρα να οδηγηθεί ξανά σε εκλογές. Μεταξύ των σεναρίων που εξετάζονται είναι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με εκ περιτροπής πρωθυπουργία, η στήριξη της αντιπολίτευσης από αραβικά κόμματα ή μια συμφωνία με τα υπερορθόδοξα κόμματα.

Κάθε επιλογή, ωστόσο, συνοδεύεται από σημαντικές πολιτικές δυσκολίες. Μια συμφωνία μεταξύ Νετανιάχου και Άιζενκοτ θα απαιτούσε υπαναχωρήσεις από τις δεσμεύσεις της αντιπολίτευσης, ενώ η συνεργασία με αραβικά κόμματα συναντά ισχυρές αντιστάσεις. Αντίστοιχα, μια συμφωνία με τους υπερορθόδοξους θα προσέκρουε στη διαφωνία για τη στρατιωτική τους θητεία.

Τι μπορεί να αλλάξει στην ισραηλινή πολιτική

Ακόμη και αν προκύψει αλλαγή κυβέρνησης, οι προοπτικές ριζικής ανατροπής της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής εμφανίζονται περιορισμένες. Στο μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος υπάρχει ευρεία συναίνεση για σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν και τη Χεζμπολάχ, καθώς και για τη διατήρηση της στρατιωτικής δράσης όταν εκτιμάται ότι απειλείται η ασφάλεια της χώρας.

Παράλληλα, η προοπτική δημιουργίας κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους εξακολουθεί να μην έχει ουσιαστική στήριξη στο μεγαλύτερο μέρος του εβραϊκού πολιτικού φάσματος.

Οι διαφορές μιας νέας κυβέρνησης θα μπορούσαν να αποτυπωθούν περισσότερο στον χειρισμό των περιφερειακών συγκρούσεων, στις σχέσεις με τις αραβικές χώρες και στην αντιμετώπιση της βίας των εποίκων στη Δυτική Όχθη. Η βασική κατεύθυνση της ισραηλινής πολιτικής ασφαλείας, ωστόσο, δύσκολα θα μεταβληθεί ριζικά.

Το αποτέλεσμα των εκλογών θα εξαρτηθεί από τρεις βασικούς παράγοντες: ποιο κόμμα θα αναδειχθεί πρώτο, ποια μικρά κόμματα θα περάσουν το εκλογικό όριο και πόσοι πολίτες θα προσέλθουν στις κάλπες. Ιδιαίτερη σημασία αναμένεται να έχει η συμμετοχή τόσο στις αραβικές κοινότητες όσο και στις παραδοσιακές εκλογικές βάσεις του Λικούντ.

Τα πρώτα exit polls θα δώσουν μια αρχική εικόνα των συσχετισμών, αλλά δεν θα απαντήσουν στο κεντρικό ερώτημα: ποιος μπορεί να εξασφαλίσει τις 61 έδρες που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Η τελική έκβαση θα κριθεί στις διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν, με το ενδεχόμενο νέας προσφυγής στις κάλπες να παραμένει ανοιχτό.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ