Στην καρδιά της κινεζικής επαρχίας Σαντόνγκ, ένα δίκτυο ανεξάρτητων διυλιστηρίων, γνωστά και ως «teapot», αποτελεί το βασικό στήριγμα της ιρανικής οικονομίας, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να παρακάμπτει τον ασφυκτικό οικονομικό αποκλεισμό των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με έρευνα του CNN, οι μονάδες αυτές επεξεργάζονται το απαγορευμένο ιρανικό πετρέλαιο, προσφέροντας στην Τεχεράνη τα απαραίτητα κεφάλαια για τη συνέχιση των πολεμικών της επιχειρήσεων, την ώρα που το Πεκίνο εξασφαλίζει φθηνή ενέργεια για τις ανάγκες του.
Η κατάσταση έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση της Ουάσινγκτον, με το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών να προσθέτει συνεχώς νέες οντότητες στη «μαύρη λίστα». Ο Υπουργός Σκοτ Μπέσεντ κατηγόρησε ανοιχτά την Κίνα ότι χρηματοδοτεί τρομοκρατικά δίκτυα μέσω αυτών των συναλλαγών. Η ένταση είναι αισθητή και στο έδαφος, καθώς δημοσιογραφικές αποστολές που επιχείρησαν να προσεγγίσουν τις εγκαταστάσεις εταιρειών που τελούν υπό κυρώσεις ήρθαν αντιμέτωπες με δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και καταδιώξεις από μασκοφόρους φρουρούς.
Η μεταφορά του πετρελαίου γίνεται μέσω ενός «σκιώδους στόλου» από παλαιά δεξαμενόπλοια που κινούνται στα όρια της νομιμότητας. Τα πλοία αυτά απενεργοποιούν τα συστήματα εντοπισμού τους και προχωρούν σε μεταγγίσεις φορτίων σε διεθνή ύδατα, όπου το ιρανικό πετρέλαιο «βαφτίζεται» ως προϊόν Μαλαισίας ή Ινδονησίας. Με αυτό το τέχνασμα, η Κίνα μπορεί να αρνείται επίσημα τις εισαγωγές, ενώ στην πραγματικότητα το Ιράν καλύπτει πλέον το 18% των θαλάσσιων ενεργειακών αναγκών της χώρας.
Για το Πεκίνο, η ενεργειακή ασφάλεια αναδεικνύεται σε απόλυτη προτεραιότητα, υπερτερώντας της συμμόρφωσης με τις αμερικανικές πιέσεις. Έτσι, έχει διαμορφωθεί ένα ιδιότυπο σύστημα: οι μεγάλοι κρατικοί κολοσσοί της Κίνας παραμένουν τυπικά σύννομοι για να διατηρούν πρόσβαση στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ τα μικρά ανεξάρτητα διυλιστήρια αναλαμβάνουν το ρίσκο της μαύρης αγοράς, διασφαλίζοντας ότι η ροή «μαύρου χρυσού» και χρημάτων προς το Ιράν δεν θα διακοπεί ποτέ.