Σε μια περίοδο ακραίας στρατιωτικής κινητοποίησης, η άφιξη του αμερικανικού ελικοπτεροφόρου USS Tripoli στην περιοχή των επιχειρήσεων πυροδότησε την έντονη αντίδραση της Τεχεράνης. Ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, σε μήνυμά του για τη συμπλήρωση ενός μήνα πολέμου, κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι προσπαθούν να επιβάλουν μέσω τελεσιγράφων όσα δεν πέτυχαν στο πεδίο της μάχης.
Προειδοποίησε μάλιστα με «καταιγισμό πυρός» σε περίπτωση χερσαίας εισβολής, τονίζοντας ότι οι ιρανικές δυνάμεις είναι έτοιμες να προκαλέσουν βαρύ τίμημα στις αμερικανικές δυνάμεις.
Την ώρα που η ρητορική κλιμακώνεται, διεθνείς αναλυτές και think tanks προτείνουν εναλλακτικές στρατηγικές για την κάμψη της ιρανικής αντίστασης, αποφεύγοντας την πολυαίμακτη λύση μιας απόβασης.
Η πρόταση για έναν καθολικό ναυτικό αποκλεισμό των δεξαμενόπλοιων –στα πρότυπα της κρίσης της Κούβας το 1962– κερδίζει έδαφος. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η δημιουργία μιας αμυντικής γραμμής 200 μιλίων στον Κόλπο του Ομάν θα μπορούσε να αποκόψει τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, αναγκάζοντας την Τεχεράνη σε υπαναχώρηση, παρά την αναμενόμενη βραχυπρόθεσμη άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας.
Στο στρατιωτικό πεδίο, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εστιάζουν στην αποδιοργάνωση της πολεμικής βιομηχανίας του Ιράν, έχοντας ήδη εξαπολύσει αριθμό-ρεκόρ πυραύλων Tomahawk. Οι επιδρομές έχουν πλήξει σχεδόν το σύνολο των γνωστών βάσεων εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων της χώρας, υπονομεύοντας τη δυνατότητα αντεπίθεσης του καθεστώτος.
Παρά την αεροπορική υπεροχή, Αμερικανοί στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε απόπειρα κατάληψης εδαφών, όπως το στρατηγικό νησί Χαργκ, αποτελεί επιχείρηση υψηλού ρίσκου που θα μπορούσε να μετατρέψει τους Αμερικανούς στρατιώτες σε «εύκολους στόχους» για τα ιρανικά drones και το πυροβολικό.
Ενώ η διπλωματική κινητικότητα εντείνεται με τη συμμετοχή της Τουρκίας, της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας σε συνομιλίες στο Πακιστάν, το κλίμα παραμένει πολεμικό. Οι Φρουροί της Επανάστασης απορρίπτουν τις αμερικανικές εκκλήσεις για διάλογο, χαρακτηρίζοντάς τις αναξιόπιστες, καθώς η Ουάσινγκτον εναλλάσσεται μεταξύ προτάσεων διαπραγμάτευσης και νέων κυμάτων βομβαρδισμών, διατηρώντας την περιοχή σε κατάσταση γενικευμένης ανάφλεξης.