Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε μια από τις κρισιμότερες στρατηγικές αποφάσεις της θητείας του, καθώς η αμερικανική στρατιωτική συγκέντρωση στη Μέση Ανατολή αγγίζει επίπεδα που έχουν να καταγραφούν από την εποχή της εισβολής στο Ιράκ.
Σύμφωνα με ανάλυση του The Economist, η Ουάσιγκτον έχει αναπτύξει πάνω από το ένα τρίτο του συνολικού της στόλου στην περιοχή, δημιουργώντας μια πανίσχυρη «σιδηρά γροθιά» που περιλαμβάνει αεροπλανοφόρα, στρατηγικά βομβαρδιστικά και προηγμένα αντιαεροπορικά συστήματα όπως τα Patriot και THAAD.
Η «Ακτινογραφία» της Αμερικανικής Ισχύος
Η τρέχουσα ανάπτυξη δυνάμεων δεν αποτελεί απλώς μια κίνηση εντυπωσιασμού, αλλά μια πλήρως εξοπλισμένη επιχειρησιακή μηχανή. Με περίπου 200 μαχητικά αεροσκάφη, ιπτάμενα ραντάρ (AWACS) και πλοία φορτωμένα με πυραύλους Tomahawk, οι ΗΠΑ διαθέτουν τη δυνατότητα να πλήξουν οποιοδήποτε σημείο της ιρανικής επικράτειας. Η παρουσία δεύτερου αεροπλανοφόρου υποδηλώνει μάλιστα ότι ο σχεδιασμός δεν περιορίζεται σε ένα απλό προειδοποιητικό χτύπημα, αλλά σε μια ενδεχόμενη παρατεταμένη εκστρατεία.
Τα 4 Σενάρια της Σύγκρουσης
Η στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ φέρεται να εξετάζει τέσσερις συγκεκριμένους δρόμους, ο καθένας με τα δικά του ρίσκα:
Στρατηγικός «Αποκεφαλισμός»: Στόχευση της πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας, συμπεριλαμβανομένου του Αγιατολάχ Χαμενεΐ, με σκοπό την κατάρρευση του καθεστώτος εκ των έσω.
Πλήγματα στους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC): Επίθεση στον επιχειρησιακό και οικονομικό πυρήνα του Ιράν για την παράλυση των στρατιωτικών του δυνατοτήτων.
Ισοπέδωση Στρατιωτικών Υποδομών: Μαζική καταστροφή των βάσεων drones και βαλλιστικών πυραύλων για την εξουδετέρωση της ιρανικής ικανότητας αντιποίνων.
Εξουδετέρωση του Πυρηνικού Προγράμματος: Στοχευμένα χτυπήματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, οι οποίες όμως είναι βαθιά υπόγειες και διασκορπισμένες, απαιτώντας όπλα υψηλής διεισδυτικότητας.
Η Ιρανική Αποτροπή και το Μεγάλο Ρίσκο
Η Τεχεράνη δεν παραμένει παθητικός θεατής. Διαθέτει ένα τεράστιο οπλοστάσιο από πυραύλους κρουζ και drones, ενώ μπορεί να ενεργοποιήσει τους «πληρεξουσίους» της (Χεζμπολάχ, Χούθι) για να προκαλέσει περιφερειακή ανάφλεξη σε πολλαπλά μέτωπα.
Για τον Τραμπ, το δίλημμα είναι υπαρξιακό: Ένα περιορισμένο χτύπημα μπορεί να φανεί αδύναμο και να μην φέρει το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ μια ευρεία επιχείρηση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε έναν νέο, αδιέξοδο πόλεμο. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να ποντάρει προς το παρόν στην ψυχολογική αποτροπή, ελπίζοντας ότι η θέα της τεράστιας πολεμικής μηχανής θα αναγκάσει την Τεχεράνη σε συμβιβασμό, την ώρα που το οικονομικό και πολιτικό κόστος μιας νέας εμπλοκής παραμένει αποτρεπτικός παράγοντας για την αμερικανική κοινή γνώμη.