Έναν χρόνο μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη διαμορφώσει μια δεύτερη θητεία που χαρακτηρίζεται από επιθετική άσκηση εξουσίας, βαθιά εσωτερική πόλωση και ριζική αναδιαμόρφωση των διεθνών σχέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών. Καθώς εισέρχεται στο δεύτερο έτος της θητείας του, δεν δείχνει καμία πρόθεση υποχώρησης από πολιτικές που εντείνουν τις διαιρέσεις τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στη διεθνή σκηνή.
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Τραμπ διέταξε εντατικοποίηση της καταστολής της παράτυπης μετανάστευσης στη Μινεσότα, επιχείρηση που κατέληξε στον θάνατο άοπλης γυναίκας από ομοσπονδιακό πράκτορα. Παράλληλα, επέβλεψε στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα με στόχο τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο, επανέφερε το αμφιλεγόμενο σχέδιο κατάληψης της Γροιλανδίας, απείλησε με βομβαρδισμό το Ιράν και αγνόησε τις ανησυχίες που προκάλεσε η έναρξη ποινικής έρευνας κατά του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ.
«Δεν με νοιάζει», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Reuters, ερωτηθείς για τις πιθανές οικονομικές επιπτώσεις της έρευνας σε βάρος του Πάουελ. Σε συνέντευξή του στους New York Times, υποστήριξε ότι, ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, ο μοναδικός ουσιαστικός περιορισμός στις αποφάσεις του για στρατιωτικές επιθέσεις στο εξωτερικό είναι η προσωπική του ηθική.
Οι δηλώσεις αυτές αποτυπώνουν μια αντίληψη της προεδρίας που βασίζεται πρωτίστως στην ατομική κρίση του προέδρου και όχι σε θεσμικούς ελέγχους και ισορροπίες. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, υποστήριξε ότι το βασικό ένστικτο του Τραμπ είναι η διπλωματία και ότι οι αποφάσεις του λαμβάνονται με σύνεση, σημειώνοντας ωστόσο ότι «όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι». Όπως ανέφερε, οι στρατιωτικές επιθέσεις κατά της Βενεζουέλας και των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων αποφασίστηκαν επειδή, κατά την εκτίμηση της κυβέρνησης, «οι δύο πλευρές απέτυχαν να διαπραγματευτούν σοβαρά».
Από την ορκωμοσία του στις 20 Ιανουαρίου 2025, ο Τραμπ δεσμεύτηκε να αναδιαμορφώσει ριζικά την οικονομία, την ομοσπονδιακή γραφειοκρατία, τη μεταναστευτική πολιτική και σημαντικές πτυχές της πολιτιστικής ζωής των ΗΠΑ. Έναν χρόνο μετά, μεγάλο μέρος αυτής της ατζέντας έχει ήδη υλοποιηθεί, οδηγώντας αρκετούς αναλυτές να τον χαρακτηρίζουν ως έναν από τους ισχυρότερους προέδρους στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία.
Παρά τη συγκέντρωση εξουσίας, ο Τραμπ παραμένει βαθιά διχαστική προσωπικότητα. Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, το ποσοστό αποδοχής του ανέρχεται στο 41%, ενώ το 58% των ενηλίκων στις ΗΠΑ αποδοκιμάζει την απόδοσή του. Αν και τα ποσοστά αυτά δεν αποτελούν το χαμηλότερο σημείο της δεύτερης θητείας του, καταγράφουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της οικονομίας και το υψηλό κόστος ζωής.
Ο Δημοκρατικός αναλυτής Άλεξ Φλόιντ εκτίμησε ότι «η πλήρης περιφρόνηση του κράτους δικαίου και των βασικών μηχανισμών ελέγχου έχει καταστήσει τους Αμερικανούς λιγότερο ασφαλείς», προειδοποιώντας ότι οι ψηφοφόροι ενδέχεται να τιμωρήσουν τους Ρεπουμπλικάνους στις επερχόμενες εκλογές.
Ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε στο Reuters ότι το κόμμα του κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, σημειώνοντας ότι «η ιστορία δεν ευνοεί το προεδρικό κόμμα». Σε ομιλία του προς Ρεπουμπλικάνους βουλευτές, τους κάλεσε να διατηρήσουν την πλειοψηφία, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά μια Δημοκρατική Βουλή θα μπορούσε να τον παραπέμψει σε δίκη για τρίτη φορά.
Στο πρώτο έτος της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ μείωσε δραστικά το μέγεθος του ομοσπονδιακού προσωπικού, διέλυσε ή έκλεισε κρατικές υπηρεσίες, περιέκοψε την ανθρωπιστική βοήθεια προς το εξωτερικό, διέταξε μαζικές απελάσεις μεταναστών και ανέπτυξε δυνάμεις της Εθνοφρουράς σε πόλεις που διοικούνται από Δημοκρατικούς. Παράλληλα, κλιμάκωσε εμπορικούς πολέμους μέσω δασμών, ψήφισε εκτεταμένες φορολογικές περικοπές, κινήθηκε δικαστικά κατά πολιτικών αντιπάλων, περιόρισε την πρόσβαση σε ορισμένα εμβόλια και εξαπέλυσε επιθέσεις σε πανεπιστήμια, δικηγορικά γραφεία και μέσα ενημέρωσης.
Στο διεθνές πεδίο, παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις για άμεσο τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, η πρόοδος προς μια ειρηνευτική συμφωνία παραμένει περιορισμένη. Οι ισχυρισμοί του ότι έχει τερματίσει οκτώ πολέμους αμφισβητούνται ευρέως, καθώς οι συγκρούσεις συνεχίζονται σε αρκετές από αυτές τις περιοχές.
Ιστορικοί και αναλυτές σημειώνουν ότι, αν και όλοι οι σύγχρονοι πρόεδροι επιδίωξαν την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, ο ρυθμός και η έκταση με την οποία ο Τραμπ συγκέντρωσε εξουσίες φέτος είναι σπάνιας έντασης. Μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων και κηρύξεων έκτακτης ανάγκης, η λήψη αποφάσεων μετατοπίστηκε αποφασιστικά από το Κογκρέσο στον Λευκό Οίκο.
Η συντηρητική πλειοψηφία στο Ανώτατο Δικαστήριο έχει σε μεγάλο βαθμό ταχθεί υπέρ του, ενώ το Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο έχει επιδείξει ελάχιστη διάθεση περιορισμού του. Σε αντίθεση με την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ ασκεί πλέον απόλυτο έλεγχο στο υπουργικό του συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται κυρίως από πιστούς συμμάχους του.
Όπως σχολίασε ο ιστορικός Τίμοθι Ναφτάλι, ο Τραμπ ασκεί την προεδρική εξουσία στη δεύτερη θητεία του με λιγότερους περιορισμούς από οποιονδήποτε πρόεδρο μετά την εποχή του Φράνκλιν Ρούσβελτ.
Πηγή: Reuters