Οι κινεζικές υπηρεσίες πληροφοριών φέρονται να αξιοποιούν στο Ισραήλ ένα εκτεταμένο και μακροχρόνιο πλέγμα προσωπικών σχέσεων, γνωστό ως «δύναμη Guanxi», με στόχο τη στρατολόγηση πηγών ή τη συλλογή ευαίσθητων πληροφοριών από Ισραηλινούς στρατιωτικούς, οικονομικούς και τεχνολογικούς εμπειρογνώμονες, κυρίως στο κέντρο του Τελ Αβίβ.
Σύμφωνα με Ισραηλινούς αξιωματούχους ασφαλείας, τόσο η Μοσάντ όσο και η Σιν Μπετ εκφράζουν έντονες ανησυχίες για την παρουσία Κινέζων εργαζομένων σε μεγάλα κατασκευαστικά έργα κοντά σε κρίσιμες στρατιωτικές και μυστικές εγκαταστάσεις. Οι φόβοι επικεντρώνονται στο ενδεχόμενο παρακολούθησης, συλλογής δεδομένων ή ακόμη και εγκατάστασης προηγμένων συστημάτων υποκλοπής. Κινεζικές κρατικές εταιρείες συμμετέχουν σε εμβληματικά έργα υποδομής, όπως η «Κόκκινη Γραμμή» του μετρό του Τελ Αβίβ και μεγάλης κλίμακας λιμενικές αναπτύξεις.
Ισραηλινές και αμερικανικές πηγές υποστηρίζουν ότι το δίκτυο Guanxi χρησιμοποιήθηκε για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με στρατηγικά σχέδια του Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων ζητημάτων που αφορούν τη Σομαλιλάνδη, αλλά και ευαίσθητων αμυντικών τεχνολογιών, όπως το σύστημα «Iron Dome» και η πιθανή διασύνδεσή του με το πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας της Ταϊβάν «T-DOM». Οι εξελίξεις αυτές φέρονται να συνέβαλαν στην όξυνση των σχέσεων Πεκίνου–Τελ Αβίβ στις αρχές του 2026, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης κινεζοϊρανικής στρατιωτικής συνεργασίας.
Παράλληλα, οι ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας παρακολουθούν στενά την ενίσχυση της κινεζικής στήριξης προς το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα, θέτοντας κάθε κινεζική δραστηριότητα στο Τελ Αβίβ υπό αυξημένο έλεγχο. Ιδιαίτερη ανησυχία έχει προκαλέσει και η πρόθεση της Κίνας να μεταφέρει την πρεσβεία της σε τοποθεσία πλησίον των εγκαταστάσεων της Μοσάντ και της βάσης Γκλιλότ, όπου εδρεύει η στρατιωτική αντικατασκοπεία του Ισραήλ.
Σύμφωνα με αναφορές, το Πεκίνο φέρεται να εντείνει και τις κυβερνοεπιχειρήσεις του, στοχεύοντας ισραηλινές εταιρείες, κρατικούς φορείς, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, υπό το πρόσχημα της ακαδημαϊκής συνεργασίας. Στόχος φέρεται να είναι η απόκτηση τεχνογνωσίας διπλής χρήσης, με πολιτικές και στρατιωτικές εφαρμογές.
Ως απάντηση στους κινδύνους αυτούς, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις έχουν προχωρήσει, σύμφωνα με πληροφορίες, στην ακύρωση συμβολαίων για κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα που χρησιμοποιούσαν αξιωματικοί, καθώς και στην αντικατάσταση υπηρεσιακών κινητών τηλεφώνων, επικαλούμενες φόβους για ψηφιακές ευπάθειες.
Η ένταση επιδεινώθηκε περαιτέρω μετά την ισραηλινή προσέγγιση προς τη Σομαλιλάνδη και τις συζητήσεις για στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, εξέλιξη που προκάλεσε άμεση διπλωματική αντίδραση της Κίνας με επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της στο Μογκαντίσου. Το Πεκίνο φέρεται να υιοθετεί στρατηγική «ήπιας ισχύος» και οικονομικής διείσδυσης, προκειμένου να παρακολουθεί και να περιορίζει κινήσεις που θεωρεί απειλητικές για τα συμφέροντά του στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό.
Ιδιαίτερη ανησυχία σε Τελ Αβίβ και Ουάσινγκτον έχει προκαλέσει και ο εντοπισμός κινεζικής προέλευσης οπλισμού στη Λωρίδα της Γάζας, στα χέρια της Χαμάς, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για τις διαδρομές μεταφοράς και τον ρόλο τρίτων χωρών, όπως το Ιράν.
Στο πλαίσιο αυτό, η εικόνα της Κίνας στο Ισραήλ φαίνεται να μεταβάλλεται ραγδαία: από βασικός οικονομικός εταίρος, αντιμετωπίζεται πλέον ως δυνητική απειλή ασφαλείας, με στενότερους δεσμούς προς τον ιρανικό άξονα. Οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών εντείνουν τον έλεγχο κινεζικών επενδύσεων και τεχνολογιών, ενώ δεν αποκλείουν συντονισμό Πεκίνου, Μόσχας και Τεχεράνης σε εκστρατείες διαδικτυακής προπαγάνδας κατά του Ισραήλ και των ΗΠΑ.
Τέλος, σε Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες εντείνεται η ανησυχία ότι ο σινοαμερικανικός ανταγωνισμός μεταφέρεται πλέον δυναμικά στη Μέση Ανατολή, με την Κίνα να επιδιώκει ρόλο διαμεσολαβητή στις περιφερειακές συγκρούσεις. Η ανάμειξη του Πεκίνου σε παλαιστινιακά ζητήματα και οι πρωτοβουλίες «ειρηνευτικής διπλωματίας» θεωρούνται από το Τελ Αβίβ ως πρόκληση προς τα στρατηγικά του συμφέροντα και ως ευθεία αμφισβήτηση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή.