Ενώπιον μιας καθοριστικής διπλωματικής πρόκλησης βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι επικείμενες συνομιλίες στην Ισλαμαμπάντ τον αναγκάζουν να ισορροπήσει ανάμεσα στις δικές του σκληρές προεκλογικές δεσμεύσεις και την ωμή πραγματικότητα της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται πλέον να αποδείξει πως η νέα συμφωνία που επιδιώκει είναι ανώτερη τόσο από εκείνη του Μπαράκ Ομπάμα το 2015, όσο και από τις προτάσεις που κατατέθηκαν στη Γενεύη πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, προκειμένου να δικαιολογήσει το τεράστιο οικονομικό και ανθρωπιστικό κόστος που μεσολάβησε.
Κεντρικό σημείο της στρατηγικής Τραμπ είναι η κατάργηση των «ρητρών λήξης», με στόχο ένα πλαίσιο που θα δεσμεύει το Ιράν επ’ αόριστον. Ωστόσο, τα σημεία τριβής παραμένουν ακανθώδη, με κυριότερο τον μόνιμο τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου, τη στιγμή που η Τεχεράνη διαθέτει πλέον σημαντικά αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου υλικού.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον πιέζει για την πλήρη απομάκρυνση των πυρηνικών αποθεμάτων από το ιρανικό έδαφος, ενώ η Τεχεράνη αντιπροτείνει μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, όπως τον εμπλουτισμό μόνο βάσει πραγματικών αναγκών.
Η άρση των κυρώσεων αποτελεί το τρίτο μεγάλο αγκάθι, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ αναζητά τρόπους να ελέγξει πώς θα δαπανηθούν τα αποδεσμευμένα κεφάλαια, φοβούμενη την ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν, την ώρα που η Τεχεράνη απαιτεί εγγυήσεις για τη μονιμότητα της συμφωνίας. Τέλος, το διπλωματικό παζλ συμπληρώνεται από μη πυρηνικά ζητήματα, όπως το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ.
Με το εσωτερικό του Ιράν να εμφανίζεται διχασμένο ανάμεσα στη χρήση των Στενών ως πηγή εσόδων ή ως διαπραγματευτικό χαρτί, ο Τραμπ καλείται να επιτύχει μια «μεγάλη συμφωνία» που θα υπερβαίνει τον στενό πυρηνικό έλεγχο και θα μεταμορφώσει τη συμπεριφορά της Τεχεράνης στην περιοχή.