Ρεπουμπλικανοί βουλευτές και γερουσιαστές επιχειρούν να καθησυχάσουν τις ανησυχίες ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κινδυνεύουν να εμπλακούν σε έναν ακόμη μακροχρόνιο πόλεμο στο εξωτερικό, μετά την αιφνιδιαστική επιχείρηση των αμερικανικών δυνάμεων για τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Έπειτα από κλειστή ενημέρωση από ανώτατους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, οι Ρεπουμπλικανοί υποστήριξαν ότι η επιχείρηση ήταν περιορισμένης διάρκειας και κλίμακας, δεν συνιστά στρατιωτική κατοχή και δεν αποσκοπούσε σε αλλαγή καθεστώτος.
Σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή, η επιχείρηση εντάσσεται στη λογική της επιβολής του νόμου και συνδέεται με κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών, και όχι με μια ευρύτερη γεωπολιτική στρατηγική. Παρ’ όλα αυτά, η σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους προκάλεσε διεθνή αναστάτωση και άναψε εκ νέου τη συζήτηση στην Ουάσινγκτον για τα όρια των προεδρικών εξουσιών σε θέματα πολέμου και ειρήνης.
Η υπόθεση αγγίζει δύο από τα πιο ευαίσθητα νεύρα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: την τραυματική εμπειρία των «ατελείωτων πολέμων» σε Ιράκ και Αφγανιστάν και τη συνταγματική ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στο Κογκρέσο και τον πρόεδρο. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και επιχειρήσεις περιορισμένου χαρακτήρα αντιμετωπίζονται με καχυποψία, καθώς ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση δικαιολογεί την ενέργεια στη Βενεζουέλα ενδέχεται να δημιουργήσει δεδικασμένο για μελλοντικές παρεμβάσεις χωρίς ρητή έγκριση του Κογκρέσου.
Στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, οι Ρεπουμπλικανοί εμφανίζονται ενωμένοι πίσω από τον πρόεδρο Τραμπ, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια σύντομη και αμυντική ενέργεια. Οι Δημοκρατικοί, αντίθετα, κατηγορούν την κυβέρνηση ότι παραπλάνησε το Κογκρέσο και ότι διολισθαίνει προς αλλαγή καθεστώτος χωρίς σαφές σχέδιο. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, χαρακτήρισε το όραμα της κυβέρνησης για τη Βενεζουέλα ασαφές και βασισμένο σε «ευσεβείς πόθους», υπογραμμίζοντας το βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στα δύο κόμματα ως προς τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής.
Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται το ερώτημα αν η επιχείρηση απαιτούσε έγκριση του Κογκρέσου. Οι Ρεπουμπλικανοί επιμένουν ότι δεν ήταν απαραίτητη, παρομοιάζοντάς τη με αστυνομική ενέργεια διεθνούς εμβέλειας. Οι επικριτές τους, ωστόσο, αντιτείνουν ότι η σύλληψη ενός ξένου ηγέτη συνιστά ποιοτική τομή με σοβαρές νομικές και συνταγματικές προεκτάσεις. Μάλιστα, εντός της εβδομάδας αναμένεται ψηφοφορία στη Γερουσία για ψήφισμα που θα μπλοκάρει κάθε περαιτέρω στρατιωτική δράση χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση, προμηνύοντας μετωπική σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο.
Πίσω από τα επιχειρήματα περί ασφάλειας, πολλοί βλέπουν και ισχυρά οικονομικά κίνητρα. Η Βενεζουέλα διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει ανοιχτά το ενδιαφέρον του για πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μετοχές αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών κατέγραψαν άνοδο μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, ενισχύοντας τις υποψίες –ιδίως στους Δημοκρατικούς και στο εξωτερικό– ότι γεωστρατηγικοί και οικονομικοί στόχοι αλληλοεπικαλύπτονται.
Το επόμενο διάστημα, η αντιπαράθεση στο Κογκρέσο αναμένεται να κλιμακωθεί, με τους νομοθέτες να απαιτούν σαφείς απαντήσεις για τη νομική βάση, τη διάρκεια και τους τελικούς στόχους της αμερικανικής εμπλοκής. Παράλληλα, η διεθνής κοινότητα θα πιέζει την Ουάσινγκτον να ξεκαθαρίσει αν προτίθεται να αναλάβει μακροπρόθεσμο ρόλο στη σταθεροποίηση της Βενεζουέλας ή αν η επιχείρηση ήταν πράγματι μεμονωμένη.
Παρότι οι Ρεπουμπλικανοί διαβεβαιώνουν ότι δεν ανοίγει ο δρόμος για έναν νέο «ατελείωτο πόλεμο», οι διαβεβαιώσεις αυτές βασίζονται περισσότερο στις προθέσεις παρά σε θεσμικές εγγυήσεις. Η παρουσίαση της επιχείρησης ως πράξης επιβολής του νόμου δοκιμάζει τα όρια των καθιερωμένων ορισμών, ιδίως δεδομένων των γεωπολιτικών συνεπειών της. Χωρίς σαφή πολιτικό και νομικό οδικό χάρτη για τη Βενεζουέλα, ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης και ασαφούς εμπλοκής παραμένει υπαρκτός.