Η παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα εισέρχεται στην πιο αβέβαιη και επικίνδυνη φάση της από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, καθώς η αρχιτεκτονική ελέγχου των πυρηνικών όπλων που διασφάλισε τη σταθερότητα για δεκαετίες φαίνεται να αποσυντίθεται.
Η επίσημη λήξη της συνθήκης NEW START την περασμένη Πέμπτη, σε συνδυασμό με τις επίσημες κατηγορίες της Ουάσιγκτον εναντίον του Πεκίνου για μυστική πυρηνική δοκιμή το 2020, σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας περιόδου ανταγωνιστικού επανεξοπλισμού.
Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών Τόμας ΝτιΝάνο, η Κίνα φέρεται να χρησιμοποίησε τεχνικές απόκρυψης για να συγκαλύψει πυρηνική έκρηξη χαμηλής ισχύος, μια ενέργεια που παραβιάζει τις διεθνείς δεσμεύσεις και ενισχύει τους φόβους για την ταχύτατη ενίσχυση του οπλοστασίου της. Ο Ντόναλντ Τραμπ, αντιδρώντας σε αυτά τα δεδομένα, ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ δεν θα ανανεώσουν τη NEW START αλλά θα επιδιώξουν μια τριμερή συμφωνία που θα περιορίζει και την Κίνα, διατάσσοντας παράλληλα την άμεση επανέναρξη των αμερικανικών πυρηνικών δοκιμών για πρώτη φορά μετά το 1992.
Η κατάσταση περιπλέκεται από το γεγονός ότι η Ρωσία έχει ήδη εκσυγχρονίσει το 95% των στρατηγικών της δυνάμεων, ενώ η Κίνα αναμένεται να αγγίξει τις 1.000 πυρηνικές κεφαλές μέχρι το 2030, αναπτύσσοντας πλήρη πυρηνική τριάδα. Τα οπλοστάσια των δύο μεγαλύτερων δυνάμεων παραμένουν τρομακτικά, με τη Μόσχα να διαθέτει περίπου 4.300 κεφαλές και την Ουάσιγκτον 3.700, όμως για πρώτη φορά μετά από μισό αιώνα δεν υφίστανται πλέον νομικά δεσμευτικά όρια που να εμποδίζουν την περαιτέρω αύξησή τους.
Αυτός ο τριπολικός ανταγωνισμός καθιστά την πυρηνική αποτροπή πολύ πιο εύθραυστη και επιρρεπή σε μοιραίους λανθασμένους υπολογισμούς. Η στενή συνεργασία Μόσχας και Πεκίνου, η ενσωμάτωση κυβερνοεπιθέσεων στα στρατιωτικά δόγματα και η πίεση που δέχονται σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, να αποκτήσουν δικά τους πυρηνικά όπλα, συνθέτουν ένα σκηνικό όπου η προβλεψιμότητα δίνει τη θέση της στον αυτοσχεδιασμό και την επικίνδυνη συσσώρευση ισχύος.