Τον πόλεμο στην Ουκρανία χαρακτηρίζει ξεκάθαρα ως πράξη επεκτατισμού και όχι ως «ιερή αποστολή» ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, σε συνέντευξή του στα «ΝΕΑ», με αφορμή την επικείμενη επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη. Ο προκαθήμενος της Ορθοδοξίας υπογραμμίζει ότι η Εκκλησία οφείλει να παραμένει πυξίδα ειρήνης και συνοχής, ακόμη και όταν οι γεωπολιτικές εντάσεις δοκιμάζουν τα όρια της διεθνούς σταθερότητας.
Ο Πατριάρχης δηλώνει ότι από την πρώτη στιγμή στάθηκε στο πλευρό του ουκρανικού λαού, τον οποίο περιγράφει ως θύμα της ρωσικής εισβολής, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια θεολογικής νομιμοποίησης της σύγκρουσης. Όπως σημειώνει, πρόκειται για έναν πόλεμο «απολύτως σατανικό», προϊόν φιλοδοξιών και εξάρτησης από την εξουσία, και όχι για σύγκρουση με θρησκευτικό ή ηθικό πρόσημο.
Απαντώντας στις πρόσφατες επιθέσεις που δέχθηκε από τη Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών, ο Βαρθολομαίος εμφανίζεται αμετακίνητος και δηλώνει ότι δεν φοβάται τις, όπως τις χαρακτηρίζει, «βρόμικες μεθόδους» και τις οργανωμένες διαδικτυακές επιθέσεις που στοχεύουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κάνει λόγο για πρακτικές που παραπέμπουν σε «σταλινικού τύπου προπαγάνδα» και επαναλαμβάνει ότι κάθε πόλεμος συνιστά συλλογική ήττα για την ανθρωπότητα.
Στο ίδιο πλαίσιο, καταγγέλλει οργανωμένη προσπάθεια χειραγώγησης της Ορθοδοξίας, με στόχο —όπως λέει— τη δημιουργία ενός εκκλησιαστικού μορφώματος αποκομμένου από την παράδοση, υπό ρωσική καθοδήγηση. Τονίζει ότι οι πρόσφατες παρεμβάσεις των ρωσικών υπηρεσιών καταδεικνύουν πως στη Ρωσία ο έλεγχος δεν περιορίζεται στην πολιτική, αλλά επεκτείνεται και στα εκκλησιαστικά ζητήματα.
Παρά τις εντάσεις, ο Οικουμενικός Πατριάρχης εκφράζει συγκρατημένη αισιοδοξία για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ανακαίνισης έως το καλοκαίρι, επισημαίνοντας ότι υπάρχει σχετική πολιτική βούληση. Μάλιστα, δηλώνει ότι έχει απευθύνει πρόσκληση στον πρόεδρο της Τουρκίας για να παραστεί στα εγκαίνια.
Τέλος, αναφέρεται στη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ενώ εκφράζει βαθιά ανησυχία για την ανθρωπιστική κρίση στη Μέση Ανατολή. Όπως τονίζει, οι χριστιανικές κοινότητες έχουν δικαίωμα να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες και να ζουν με ασφάλεια στις χώρες όπου γεννήθηκαν, χωρίς να μετατρέπονται σε παράπλευρες απώλειες των συγκρούσεων.