Τέλος εποχής στον έλεγχο πυρηνικών: Χωρίς δεσμεύσεις ΗΠΑ και Ρωσία μετά τη λήξη της New START

 
ΣΥΝΘΗΚΗ NEW START

Ενημερώθηκε: 05/02/26 - 08:04

Για περισσότερο από μισό αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση —και μετά το 1991 η Ρωσία— είχαν οικοδομήσει ένα σύνθετο σύστημα συμφωνιών που περιόριζε τον αριθμό και τη διάταξη των στρατηγικών πυρηνικών τους δυνάμεων.

Το πλαίσιο αυτό προέβλεπε ανώτατα αριθμητικά όρια, μηχανισμούς επιθεώρησης και τακτική ανταλλαγή δεδομένων. Στο πλαίσιο εφαρμογής του, οι δύο πλευρές πραγματοποιούσαν αμοιβαίους ελέγχους στα πυρηνικά τους οπλοστάσια έως και 18 φορές ετησίως, στοιχείο που αποτύπωνε το επίπεδο διαφάνειας που είχε επιτευχθεί.

Με τη λήξη της συνθήκης New START από σήμερα, το σύστημα αυτό παύει να υφίσταται. Οι δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις μένουν πλέον χωρίς δεσμευτικούς περιορισμούς, σε μια περίοδο διεθνούς αστάθειας που συγκρίνεται από πολλούς με εκείνη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι συμφωνίες πριν από τη New START

Η πρώτη φάση ελέγχου πυρηνικών εξοπλισμών ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η συμφωνία SALT I (1972) έθεσε ανώτατα όρια στους στρατηγικούς εκτοξευτές —διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους (ICBMs) και βαλλιστικούς πυραύλους υποβρυχίων (SLBMs)— χωρίς να προβλέπει μειώσεις. Παράλληλα, η Συνθήκη ABM περιόρισε τα αντιπυραυλικά συστήματα, αποτρέποντας την ανάπτυξη εκτεταμένων αμυντικών ασπίδων που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν νέα κούρσα εξοπλισμών.

Η SALT II, που υπεγράφη το 1979, επιχείρησε αυστηρότερους περιορισμούς και έθεσε φραγμούς στη χρήση πυραύλων με πολλαπλές ανεξάρτητες κεφαλές (MIRVs). Αν και δεν επικυρώθηκε από το αμερικανικό Κογκρέσο, εφαρμόστηκε σε σημαντικό βαθμό έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η START I (1991) σηματοδότησε ουσιαστική τομή, εισάγοντας μεγάλες μειώσεις στρατηγικών πυρηνικών και εκτεταμένους μηχανισμούς επαλήθευσης, όπως επιτόπιες επιθεωρήσεις, ανταλλαγή τηλεμετρικών δεδομένων και ειδοποιήσεις δοκιμών. Θεωρείται μέχρι σήμερα το πιο ολοκληρωμένο καθεστώς ελέγχου πυρηνικών.

Η START II, που προέβλεπε κατάργηση MIRVs σε χερσαίους ICBMs, δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ, καθώς η Ρωσία αποσύρθηκε μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συνθήκη ABM το 2002. Την ίδια περίοδο, η SORT (Συνθήκη της Μόσχας) περιόρισε αριθμητικά τις ανεπτυγμένες κεφαλές, χωρίς όμως μηχανισμούς επαλήθευσης, γεγονός που περιόρισε την πρακτική της βαρύτητα.

Η New START, που υπεγράφη το 2010, αποκατέστησε τη διαφάνεια: έθεσε όριο 1.550 ανεπτυγμένων στρατηγικών κεφαλών, 700 ανεπτυγμένων εκτοξευτών και 800 συνολικών εκτοξευτικών συστημάτων. Προέβλεπε επιτόπιες επιθεωρήσεις, εξαμηνιαία ανταλλαγή δεδομένων και μόνιμα κανάλια ειδοποίησης. Το 2021 παρατάθηκε για πέντε έτη.

Ωστόσο, μετά το 2022 το πλαίσιο άρχισε να αποδομείται: οι επιθεωρήσεις ανεστάλησαν και το 2023 η Ρωσία ανακοίνωσε μονομερή αναστολή συμμετοχής. Η συνθήκη λήγει πλέον χωρίς συμφωνία αντικατάστασης, αφήνοντας τον πλανήτη χωρίς βασικό μηχανισμό ελέγχου έπειτα από περισσότερα από 50 χρόνια.

ΗΠΑ – Ρωσία και ο αναδυόμενος τρίτος πόλος της Κίνας

Οι ΗΠΑ και η Ρωσία εξακολουθούν να κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα των παγκόσμιων πυρηνικών όπλων. Εκτιμάται ότι η Ρωσία διαθέτει περίπου 5.500 πυρηνικές κεφαλές, εκ των οποίων περίπου 1.600 ανεπτυγμένες, ενώ οι ΗΠΑ περίπου 5.200, με 1.700 ανεπτυγμένες. Οι υπόλοιπες βρίσκονται σε εφεδρεία ή προς απόσυρση.

Την ίδια στιγμή, η Κίνα —με περίπου 500 κεφαλές— επεκτείνει ταχέως τις υποδομές διηπειρωτικών πυραύλων. Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο διατηρούν μικρότερα αλλά σταθερά αποτρεπτικά οπλοστάσια, ενώ Ινδία, Πακιστάν, Ισραήλ και Βόρεια Κορέα παραμένουν εκτός δεσμευτικών πλαισίων ελέγχου.

Η επόμενη ημέρα

Μετά τη λήξη της New START, δεν υφίσταται πλέον καμία ενεργή νομικά δεσμευτική συμφωνία που να περιορίζει τα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια ΗΠΑ και Ρωσίας. Οι ανταλλαγές δεδομένων και οι επιθεωρήσεις έχουν διακοπεί, με τις δύο πλευρές να βασίζονται αποκλειστικά σε εθνικά μέσα παρακολούθησης.

Το κενό αυτό συμπίπτει με εκσυγχρονισμό της πυρηνικής τριάδας και στις δύο χώρες και με την ανάδειξη της Κίνας σε τρίτο πυρηνικό πόλο. Έτσι, το διεθνές σύστημα ελέγχου εξοπλισμών εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, με λιγότερους περιορισμούς και μειωμένη διαφάνεια σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο — την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία επαναφέρει τη ρητορική πυρηνικής απειλής στο προσκήνιο.

Σε αυτό το περιβάλλον χαμηλής εμπιστοσύνης, ακόμη και σε περιόδους σχετικής ομαλότητας, οι συμφωνίες δεν διασφάλιζαν απόλυτα την ισορροπία. Ωστόσο, μια νέα συνθήκη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ουσιαστικό πολιτικό μήνυμα σταθερότητας, σε μια συγκυρία όπου η διεθνής ασφάλεια δοκιμάζεται εκ νέου.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ