Για τις 11 Φεβρουαρίου «κλείδωσε» η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, στο πλαίσιο της συνεδρίασης του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας.
Με δεδομένο ότι Αθήνα και Άγκυρα δεν έχουν καταλήξει σε πεδίο σύγκλισης ως προς τη μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει η ελληνική πλευρά, δηλαδή την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, ο πρωθυπουργός μεταβαίνει στην τουρκική πρωτεύουσα με βασικό στόχο τη διατήρηση και την ενίσχυση των ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, καθώς και την εδραίωση μιας λειτουργικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών.
Στη συνάντηση που θα έχει με τον Τούρκο πρόεδρο αναφέρθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συζήτηση με τον αρχισυντάκτη του περιοδικού Foreign Policy, τονίζοντας ότι επιδιώκει «μια εποικοδομητική συζήτηση και μια ειλικρινή σχέση». Όπως σημείωσε, θα μεταβεί στην Άγκυρα «με ξεκάθαρα σημεία», επαναλαμβάνοντας ότι «με την Τουρκία έχουμε μία και μόνο διαφορά, τον καθορισμό της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας».
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι δεν διαβλέπει λόγους κλιμάκωσης με την τουρκική πλευρά, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα έχει ενισχύσει ουσιαστικά την άμυνά της και το ανθρώπινο δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων. «Πρέπει να έχουμε αποτροπή και το έχουμε επιτύχει. Δεν βλέπω κίνδυνο κλιμάκωσης», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα σε πολύ ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με πριν από πέντε χρόνια. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι «η γεωγραφία δεν αλλάζει».
Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα και η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας εντάσσονται σε μια προσπάθεια διατήρησης του κλίματος ηρεμίας στις διμερείς σχέσεις, σε μια διεθνή συγκυρία αυξημένης αβεβαιότητας και γεωπολιτικής αστάθειας.
Από την ελληνική πλευρά τονίζεται ότι ο διάλογος με την Τουρκία δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση υποχώρηση ή συζήτηση ζητημάτων κυριαρχίας και «κόκκινων γραμμών». Όπως επισημαίνουν κυβερνητικές πηγές, διάλογος σημαίνει διεκδίκηση και προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα κρατά από τις πρόσφατες τουρκικές τοποθετήσεις την αναφορά στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, σημειώνοντας ωστόσο ότι δεν μπορεί να συνυπάρχει με αναθεωρητικές θεωρίες.
Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή σύγκλιση για την εκκίνηση ουσιαστικής συζήτησης επί της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η ελληνική πλευρά προσβλέπει σε μια εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων και στη διατήρηση των χαμηλών τόνων.
Ωστόσο, λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση κορυφής, η Άγκυρα επανέφερε αναθεωρητική ρητορική για το Αιγαίο, με αφορμή το δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών υδάτων στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Άμυνας έκανε λόγο για «μονομερείς ενέργειες» και επικαλέστηκε το δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας», υποστηρίζοντας ότι οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις θα συνεχίσουν να προστατεύουν τα συμφέροντα της χώρας τους στις θαλάσσιες ζώνες.
Άμεση ήταν η απάντηση της Αθήνας, διά του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος τόνισε ότι «δεν μπορεί να μιλάει κάποιος για διεθνές δίκαιο και ταυτόχρονα να υιοθετεί το δόγμα της “γαλάζιας πατρίδας”, το αφήγημα των “γκρίζων ζωνών” ή οποιαδήποτε άλλη μορφή γκριζαρίσματος».