Στο Καράκας με σαφή ενεργειακή και γεωπολιτική ατζέντα βρέθηκε την Τετάρτη ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ, επιχειρώντας να ανοίξει τον δρόμο για διευρυμένες αμερικανικές επενδύσεις στον πετρελαϊκό και ενεργειακό τομέα της Βενεζουέλας, την ώρα που εξέφρασε επιφυλάξεις για τη φύση κινεζικών επιχειρηματικών συμφωνιών στη χώρα του ΟΠΕΚ.
Πρόκειται για την υψηλότερου επιπέδου επίσκεψη με καθαρά ενεργειακό πρόσημο από τις ΗΠΑ στο Καράκας εδώ και σχεδόν 30 χρόνια.
Ο Ράιτ συναντήθηκε στο προεδρικό μέγαρο Μιραφλόρες με την μεταβατική πρόεδρο και υπουργό Πετρελαίου Ντέλσι Ροντρίγκες, τονίζοντας ότι η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να στηρίξει σημαντική αύξηση της παραγωγής πετρελαίου, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως δήλωσε, εντός του έτους θα μπορούσε να επιτευχθεί «θεαματική άνοδος» της παραγωγής, η οποία σήμερα κινείται περίπου στο 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Ο ίδιος συνέδεσε την προοπτική αυτή με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την αύξηση μισθών και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, υπογραμμίζοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ωφελούσε τόσο τις ΗΠΑ όσο και συνολικά το δυτικό ημισφαίριο. Μάλιστα, παρουσίασε την πρωτοβουλία ως μέρος της ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής για «απελευθέρωση» της οικονομίας και της κοινωνίας της Βενεζουέλας.
Αιχμές για την Κίνα
Σε στρογγυλή τράπεζα που ακολούθησε, ο Ράιτ ξεκαθάρισε ότι οι κινεζικές επενδύσεις είναι αποδεκτές μόνο εφόσον είναι διαφανείς και αμοιβαία επωφελείς, προειδοποιώντας για «επιζήμιες συμφωνίες» αντίστοιχες με εκείνες που — όπως υποστήριξε — έχουν εφαρμοστεί σε χώρες της Νότιας Αμερικής και της Αφρικής. Στόχος των ΗΠΑ, είπε, είναι να αποτραπούν παρόμοια μοντέλα εξάρτησης και να προωθηθούν συνεργασίες με δυτική στήριξη.
Κυρώσεις και επενδυτικά ρίσκα
Ο Αμερικανός υπουργός κατέστησε σαφές ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα πλήρους άρσης των κυρώσεων, επισημαίνοντας πως απαιτούνται συμφωνίες αναδιάρθρωσης χρεών προς εταιρείες που επλήγησαν από εθνικοποιήσεις προηγούμενων δεκαετιών. Η Βενεζουέλα εξακολουθεί να οφείλει δισεκατομμύρια σε ενεργειακούς και βιομηχανικούς ομίλους.
Παρά ταύτα, εκτίμησε ότι τα επενδυτικά ρίσκα έχουν μειωθεί μετά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον πετρελαϊκό τομέα, τις οποίες χαρακτήρισε θετικό — αν και όχι επαρκές — βήμα για την προσέλκυση κεφαλαίων.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εξέδωσε νέα γενική άδεια που διευκολύνει έρευνες και παραγωγή υδρογονανθράκων, επεκτείνοντας προηγούμενες εγκρίσεις για εξαγωγές πετρελαίου και εισαγωγές καυσίμων. Η ελάφρυνση αφορά κυρίως αμερικανικές εταιρείες, εξαιρώντας ρητά οντότητες από Κίνα, Ιράν και Ρωσία — κίνηση που προκάλεσε αντιδράσεις από τη Μόσχα.
Δύσκολη εξίσωση ανασυγκρότησης
Η αποστολή αναζωογόνησης της βενεζουελάνικης πετρελαϊκής βιομηχανίας παραμένει σύνθετη, μετά από χρόνια υποεπένδυσης, κακοδιαχείρισης και κυρώσεων. Η επίσκεψη έρχεται στον απόηχο κομβικών εξελίξεων, όπως η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις στις αρχές Ιανουαρίου, συμφωνία πετρελαϊκού εφοδιασμού 2 δισ. δολαρίων και αμερικανικό σχέδιο 100 δισ. για την ανακατασκευή ενεργειακών υποδομών.
Η Ροντρίγκες εξέφρασε την ελπίδα για πρόοδο στις διμερείς σχέσεις «χωρίς εμπόδια», ενώ η επαναλειτουργία της αμερικανικής πρεσβείας και η εμπλοκή ιδιωτικών κολοσσών — όπως Chevron και Repsol, με τις οποίες ο Ράιτ επρόκειτο να συναντηθεί — υπογραμμίζουν το επενδυτικό βάθος της πρωτοβουλίας.
Γεωπολιτικές προεκτάσεις
Αναλυτές βλέπουν πίσω από την κινητικότητα μια μακροπρόθεσμη στρατηγική αναδιάταξης της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς και περιορισμού της ρωσοκινεζικής επιρροής. Στο πλαίσιο του δόγματος «αμερικανικής ενεργειακής κυριαρχίας», η Ουάσιγκτον επιδιώκει να ενισχύσει εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού και να εδραιώσει την παρουσία της στη Λατινική Αμερική.
Παρά τη ρητορική περί «εμπορίου και συνεργασίας αντί σύγκρουσης», οι προκλήσεις παραμένουν μεγάλες: πολιτική αστάθεια, υποδομές σε αποσύνθεση και ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων συνθέτουν ένα περιβάλλον υψηλού ρίσκου. Το αν η αμερικανική ενεργειακή αντεπίθεση θα μεταφραστεί σε βιώσιμη ανάκαμψη για τη Βενεζουέλα, θα εξαρτηθεί από τη σταθερότητα της χώρας και την ισορροπία συμφερόντων μεταξύ Καράκας και Ουάσιγκτον.