Νέο πακέτο κυρώσεων που ανακοίνωσε το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών στις 10 Φεβρουαρίου φέρνει στο φως τον ρόλο της Τουρκίας ως διαμετακομιστικού και εμπορικού κόμβου σε δίκτυα της Χεζμπολάχ, τα οποία φέρονται να αξιοποιούνται για την παράκαμψη διεθνών περιορισμών, τη δημιουργία εσόδων και τη στήριξη επιχειρησιακών δραστηριοτήτων της οργάνωσης στη Μέση Ανατολή.
Όπως αναφέρει το nordic monitor,σύμφωνα με την Υπηρεσία Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC), στο στόχαστρο μπήκαν δύο βασικοί χρηματοδοτικοί μηχανισμοί: ένα κύκλωμα μετατροπής χρυσού σε μετρητά μέσω εταιρείας-βιτρίνας που συνδέεται με το χρηματοπιστωτικό δίκτυο al-Qard al-Hassan και ένα διεθνές δίκτυο προμηθειών και μεταφορών, το οποίο αξιοποιεί εμπορικές διαδρομές —μεταξύ αυτών και μέσω Τουρκίας— για τη διακίνηση ιρανικών προϊόντων και τη δημιουργία σημαντικών εσόδων.
Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η Χεζμπολάχ έχει προσαρμοστεί στις πιέσεις των κυρώσεων, ενσωματώνοντας τη δράση της σε άτυπες οικονομίες, στο εμπόριο εμπορευμάτων και σε πολύπλοκα ναυτιλιακά δίκτυα που εκτείνονται σε Ιράν, Λίβανο, Τουρκία, Συρία και Ρωσία. Στο πλαίσιο αυτό, εταιρείες καταγεγραμμένες στην Τουρκία και δίαυλοι logistics με έδρα τη χώρα εμφανίζονται να αποτελούν μέρος της σχετικής υποδομής.
Μεταξύ άλλων, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ότι τουρκική εμπορική εταιρεία χρησιμοποιήθηκε για εξαγωγές ιρανικών λιπασμάτων αξίας εκατομμυρίων δολαρίων προς την Τουρκία στα τέλη του 2025, με παραποίηση εγγράφων και ψευδή δήλωση προέλευσης φορτίου, προκειμένου να παρακαμφθούν οι κυρώσεις και να ενισχυθούν τα ταμεία της οργάνωσης.
Παράλληλα, το δίκτυο φέρεται να αξιοποίησε ναυτιλιακές εταιρείες και πλοία υπό ξένες σημαίες για τη μεταφορά εμπορευμάτων που συνδέονται με κυκλώματα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και συνεργατών της Χεζμπολάχ. Τον συντονισμό, κατά τις αμερικανικές αρχές, είχε στέλεχος του χρηματοοικονομικού μηχανισμού της οργάνωσης με έδρα το Ιράν, σε συνεργασία με διαμεσολαβητές από Συρία, Ρωσία και άλλες χώρες.
Οι κυρώσεις επεκτείνονται και σε εταιρείες εμπορίας χρυσού στον Λίβανο, οι οποίες —σύμφωνα με την Ουάσιγκτον— χρησιμοποιούνταν για τη μετατροπή αποθεμάτων της Χεζμπολάχ σε ρευστό, ώστε να αντιμετωπιστούν πιέσεις ρευστότητας το 2025. Στο πλαίσιο αυτό κατονομάζονται στελέχη που φέρονται να διαχειρίζονταν τις σχετικές επιχειρήσεις σε περιοχές προπύργια της οργάνωσης.
Οι κυρώσεις προβλέπουν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ προειδοποιούν ότι ξένες τράπεζες και διαμεσολαβητές που θα συνεχίσουν συναλλαγές με τα κατονομαζόμενα πρόσωπα ή εταιρείες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δευτερογενείς κυρώσεις και περιορισμό πρόσβασης στο δολαριακό σύστημα.
Κατά την αμερικανική εκτίμηση, η υπόθεση καταδεικνύει ότι η Χεζμπολάχ —με την υποστήριξη του Ιράν— έχει διαφοροποιήσει σημαντικά τις πηγές χρηματοδότησής της, επεκτεινόμενη σε τομείς όπως το εμπόριο εμπορευμάτων, η ναυτιλία και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα. Την ίδια ώρα, επαναφέρει στο διεθνές προσκήνιο τις ανησυχίες για τη χρήση τουρκικών εταιρικών δομών και μεταφορικών υποδομών από κυκλώματα που συνδέονται με οργανώσεις και πρόσωπα υπό καθεστώς κυρώσεων, εντείνοντας την πίεση προς την Άγκυρα για αυστηρότερους ελέγχους και παρεμβάσεις.