Οι κάτοικοι της 6ης Περιφέρειας της Καμπούλ πετάχτηκαν έντρομοι από τα κρεβάτια τους το βράδυ της 26ης Φεβρουαρίου, όταν ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε την περιοχή. Λίγα λεπτά αργότερα, μαχητικά αεροσκάφη διέσχιζαν τον ουρανό της αφγανικής πρωτεύουσας, επιβεβαιώνοντας ότι η ένταση ανάμεσα στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν είχε περάσει σε μια νέα, επικίνδυνη φάση.
Οι πακιστανικές ένοπλες δυνάμεις εξαπέλυσαν αεροπορικές επιδρομές όχι μόνο στην Καμπούλ αλλά και στις επαρχίες Πακτία και Κανταχάρ — περιοχή-προπύργιο και γενέτειρα του κινήματος των Taliban. Η επίθεση αυτή αποτέλεσε το αποκορύφωμα μιας κλιμακούμενης αντιπαράθεσης που διαρκεί εδώ και μήνες, με τις δύο πλευρές να ανταλλάσσουν κατηγορίες για το ποιος πυροδότησε τον τελευταίο κύκλο βίας.
Αντεπιθέσεις και αλληλοκατηγορίες
Λίγες ώρες πριν από τις επιδρομές, η κυβέρνηση των Ταλιμπάν είχε ανακοινώσει ότι προχώρησε σε μεγάλης κλίμακας χερσαία επιχείρηση κατά πακιστανικών στρατιωτικών θέσεων κοντά στα σύνορα. Υποστήριξε ότι κατέλαβε φυλάκια και προκάλεσε απώλειες στον πακιστανικό στρατό, χαρακτηρίζοντας την ενέργεια «ανταποδοτική απάντηση» σε προηγούμενη παραβίαση της αφγανικής κυριαρχίας και σε θανάτους αμάχων, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά.
Η Καμπούλ αναφερόταν σε πακιστανικές αεροπορικές επιδρομές που είχαν πραγματοποιηθεί τη νύχτα της 21ης Φεβρουαρίου στις επαρχίες Νανγκαρχάρ και Πακτίκα. Τα Ηνωμένα Έθνη ανακοίνωσαν ότι διαθέτουν αξιόπιστες πληροφορίες για 13 νεκρούς αμάχους σε εκείνες τις επιχειρήσεις.
Το Ισλαμαμπάντ απορρίπτει τις κατηγορίες. Υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις του στόχευαν κρησφύγετα της οργάνωσης Tehreek-i-Taliban Pakistan (TTP), γνωστής και ως Πακιστανοί Ταλιμπάν, την οποία αποκαλεί «Fitna al Khawarij». Σύμφωνα με το Πακιστάν, η TTP ευθύνεται για κύμα επιθέσεων στο εσωτερικό της χώρας, συμπεριλαμβανομένης πρόσφατης βομβιστικής ενέργειας αυτοκτονίας σε σιιτικό τέμενος στο Ισλαμαμπάντ με περισσότερους από 30 νεκρούς. Αν και την ευθύνη ανέλαβε το Islamic State, οι πακιστανικές αρχές επιμένουν ότι διαθέτουν αποδείξεις για εμπλοκή της TTP.
Το Πακιστάν κατηγορεί επίσης την ηγεσία της TTP ότι δρα από αφγανικό έδαφος με την ανοχή —ή και τη στήριξη— της κυβέρνησης των Ταλιμπάν. Η Καμπούλ απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, επιμένοντας ότι δεν επιτρέπει τη χρήση του εδάφους της για επιθέσεις κατά άλλων χωρών και χαρακτηρίζει τις πακιστανικές ενέργειες «απρόκλητες».
Αποτυχημένη διαμεσολάβηση και εύθραυστη εκεχειρία
Η τελευταία μεγάλη έξαρση σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2025, με διαδοχικά διασυνοριακά πλήγματα. Το Κατάρ και η Τουρκία επιχείρησαν να μεσολαβήσουν, φιλοξενώντας συνομιλίες στη Ντόχα και την Κωνσταντινούπολη. Αν και επιτεύχθηκε προσωρινή εκεχειρία, οι διαπραγματεύσεις δεν οδήγησαν σε μόνιμη αποκλιμάκωση, με τις δύο πλευρές να αλληλοκατηγορούνται για έλλειψη ουσιαστικής διάθεσης συνεννόησης.
Στρατιωτική ανισορροπία και ο ρόλος των drones
Σε επίπεδο συμβατικών δυνάμεων, το Πακιστάν διατηρεί σαφές πλεονέκτημα: διαθέτει σύγχρονη αεροπορία, εκατοντάδες άρματα μάχης και προηγμένα οπλικά συστήματα. Αντίθετα, οι Ταλιμπάν βασίζονται κυρίως στον εξοπλισμό που εγκαταλείφθηκε μετά την αποχώρηση των ξένων δυνάμεων το 2021, καθώς και σε προμήθειες μέσω ανεπίσημων δικτύων.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Καμπούλ διαθέτει ικανότητα για βαθιές αεροπορικές επιδρομές εντός πακιστανικού εδάφους. Ωστόσο, οι Ταλιμπάν έχουν αποδεδειγμένη εμπειρία σε ανταρτοπόλεμο, έπειτα από δύο δεκαετίες σύγκρουσης με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Στην πρόσφατη κλιμάκωση φέρονται να χρησιμοποίησαν μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) για επιθέσεις κατά πακιστανικών στόχων — ένα φθηνό αλλά αποτελεσματικό μέσο που μεταβάλλει τις ισορροπίες σε σύγχρονες συγκρούσεις.
Πληροφοριακό σκοτάδι και ανθρωπιστικές συνέπειες
Η αποτίμηση της κατάστασης παραμένει δύσκολη, καθώς η πρόσβαση σε ανεξάρτητες πληροφορίες είναι περιορισμένη και από τις δύο πλευρές των συνόρων. Η κυβέρνηση των Ταλιμπάν δεν επιτρέπει εύκολη παρουσία ξένων δημοσιογράφων, ενώ και στο Πακιστάν η επαλήθευση στοιχείων από τις παραμεθόριες περιοχές είναι περίπλοκη.
Την ίδια στιγμή, το διασυνοριακό εμπόριο έχει διακοπεί από τον Οκτώβριο του 2025 — το μεγαλύτερο κλείσιμο εδώ και δεκαετίες — πλήττοντας σοβαρά μικρές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν και προκαλώντας ελλείψεις βασικών αγαθών και φαρμάκων.
Για τους απλούς Αφγανούς πολίτες, που ήδη δοκιμάζονται από πείνα, φτώχεια και αυστηρούς κοινωνικούς περιορισμούς, η σχετική ασφάλεια που επικράτησε μετά το 2021 αποτελούσε το μοναδικό απτό όφελος έπειτα από τέσσερις δεκαετίες πολέμου. Η νέα κλιμάκωση των τελευταίων μηνών έχει πλέον διαρρήξει και αυτό το εύθραυστο αίσθημα σταθερότητας, επαναφέροντας τον φόβο των βομβαρδισμών στην καθημερινότητα.