Έντονες εσωτερικές διαβουλεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη στον Λευκό Οίκο σχετικά με την πορεία και την έκβαση του πολέμου με το Ιράν, καθώς η σύγκρουση κλιμακώνεται και παραμένει ασαφές πότε και με ποιον τρόπο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να ανακοινώσουν ότι πέτυχαν τους στόχους τους.
Σύμφωνα με το Reuters, στενοί συνεργάτες του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζονται διχασμένοι ως προς τη στρατηγική εξόδου από τη σύγκρουση, ενώ η άνοδος των τιμών της ενέργειας αυξάνει την πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον.
Στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης διαμορφώνεται ένα περίπλοκο σκηνικό αντιπαραθέσεων. Ορισμένοι αξιωματούχοι και οικονομικοί σύμβουλοι προειδοποιούν ότι η αύξηση των τιμών της βενζίνης, ως αποτέλεσμα των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν, ενδέχεται να πλήξει τη δημόσια στήριξη προς τον πόλεμο. Αντίθετα, πιο «σκληρές» φωνές στο Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο πιέζουν τον πρόεδρο να συνεχίσει την πίεση στην Τεχεράνη, θεωρώντας ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αποτρέψουν με κάθε τρόπο την απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν.
Το παρασκήνιο αυτό αντανακλά τα υψηλά διακυβεύματα που αντιμετωπίζει ο Τραμπ, ο οποίος επέστρεψε στον Λευκό Οίκο υποσχόμενος να αποφύγει νέες στρατιωτικές περιπέτειες, αλλά πλέον βρίσκεται επικεφαλής της μεγαλύτερης αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης από την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Παράλληλα, η σύγκρουση έχει προκαλέσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές και έχει επηρεάσει το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου.
Οι δημόσιες τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου τις τελευταίες ημέρες αντανακλούν αυτή την εσωτερική πίεση. Από τη μία πλευρά, ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι στόχοι της στρατιωτικής εκστρατείας έχουν σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί. Από την άλλη, έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ δεν πρέπει να αποχωρήσουν πρόωρα από τη σύγκρουση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Reuters, οικονομικοί και πολιτικοί σύμβουλοι, μεταξύ των οποίων στελέχη του υπουργείου Οικονομικών και του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου, έχουν επισημάνει τον κίνδυνο ενός ενεργειακού σοκ που θα μπορούσε να πλήξει την αμερικανική οικονομία και να υπονομεύσει τη στήριξη των ψηφοφόρων. Παρόμοια επιχειρήματα προβάλλουν και πολιτικοί σύμβουλοι του προέδρου, οι οποίοι προτείνουν να παρουσιαστεί η στρατιωτική επιχείρηση ως περιορισμένη και σχεδόν ολοκληρωμένη.
Την ίδια στιγμή, ισχυρές πιέσεις ασκούν και οι λεγόμενοι «γεράκια» της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, μεταξύ των οποίων Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές και συντηρητικοί σχολιαστές, που ζητούν τη συνέχιση των επιχειρήσεων μέχρι να εξουδετερωθεί πλήρως η απειλή του Ιράν. Παράλληλα, από τη λαϊκιστική πτέρυγα του κινήματος του Τραμπ, πρόσωπα όπως ο Στιβ Μπάνον και ο σχολιαστής Τάκερ Κάρλσον προτρέπουν τον πρόεδρο να αποφύγει την εμπλοκή σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Τραμπ φαίνεται να επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντικρουόμενες πιέσεις: να διατηρήσει την εικόνα στρατιωτικής επιτυχίας, να καθησυχάσει τις αγορές ότι η σύγκρουση δεν θα παραταθεί και ταυτόχρονα να καθησυχάσει τη βάση των ψηφοφόρων του ότι η εμπλοκή των ΗΠΑ θα παραμείνει περιορισμένη.
Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου απέρριψε το δημοσίευμα του Reuters ως εικασίες που βασίζονται σε ανώνυμες πηγές, τονίζοντας ότι ο πρόεδρος ακούει διαφορετικές απόψεις αλλά παραμένει ο τελικός λήπτης αποφάσεων. Όπως σημείωσε, η προεδρική ομάδα επικεντρώνεται στην πλήρη επίτευξη των στόχων της στρατιωτικής επιχείρησης «Epic Fury».
Παρά τις σημαντικές απώλειες που έχουν προκαλέσει οι αμερικανοϊσραηλινές επιδρομές –με καταστροφή μεγάλου μέρους του πυραυλικού οπλοστασίου του Ιράν και σημαντικές απώλειες στην ηγεσία του– η σύγκρουση παραμένει ανοιχτή. Οι επιθέσεις της Τεχεράνης σε ενεργειακές υποδομές και δεξαμενόπλοια στον Περσικό Κόλπο έχουν ήδη προκαλέσει άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και εντείνουν την αβεβαιότητα για την επόμενη φάση του πολέμου.
Αναλυτές εκτιμούν ότι ακόμη και αν η σύγκρουση τερματιστεί σύντομα, η ιρανική ηγεσία πιθανότατα θα παρουσιάσει την επιβίωσή της ως πολιτική νίκη, υποστηρίζοντας ότι άντεξε τις συντονισμένες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.