Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ σηματοδοτεί μια νέα, εξαιρετικά επικίνδυνη φάση στη σύγκρουση με το Ιράν.
Η Ουάσιγκτον, αν και ποντάρει στο οικονομικό της μέγεθος για να λυγίσει την Τεχεράνη, έρχεται αντιμέτωπη με μια στρατηγική επιλογή που ενέχει υψηλό πολιτικό και στρατιωτικό κόστος: την ανάγκη ανάπτυξης χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων σε μια περιοχή υψηλού κινδύνου, εκθέτοντας για πρώτη φορά Αμερικανούς στρατιώτες σε άμεση απειλή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να στοιχηματίζει στην οικονομική ασφυξία του Ιράν, καθώς ο αποκλεισμός στερεί από την παγκόσμια αγορά περίπου 1,8 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως.
Ωστόσο, το κόστος αυτής της πίεσης μετακυλίεται ήδη στους Αμερικανούς καταναλωτές, με τις τιμές της βενζίνης να αγγίζουν υψηλά τετραετίας και τον πληθωρισμό να καλπάζει ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Παράλληλα, το Ιράν εμφανίζεται ιδιαίτερα ανθεκτικό, διαθέτοντας αποθέματα 190 εκατομμυρίων βαρελιών και μακρά εμπειρία στην παράκαμψη κυρώσεων μέσω λαθρεμπορίου και εναλλακτικών διαδρομών.
Η στρατιωτική διάσταση του αποκλεισμού χαρακτηρίζεται από αναλυτές ως «εφιάλτης», καθώς τα στενά ύδατα του Ορμούζ καθιστούν τον αμερικανικό στόλο ευάλωτο σε νάρκες και επιθέσεις από ταχύπλοα.
Η Τεχεράνη έχει ήδη απειλήσει με αντίποινα, ενώ υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο πόλεμος να επεκταθεί σε περιφερειακό επίπεδο, με το Ιράν να στοχεύει ενεργειακές υποδομές συμμάχων των ΗΠΑ, όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ. Σε αυτό το «παιχνίδι αντοχής», το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ποιος θα υποχωρήσει πρώτος: ένας Αμερικανός πρόεδρος που φοβάται το πολιτικό κόστος των καυσίμων και των απωλειών, ή ένα ιρανικό καθεστώς που αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση ως αγώνα επιβίωσης.