Η παγκόσμια επενδυτική έκρηξη δεν τροφοδοτείται πλέον αποκλειστικά από την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς οι κυβερνήσεις προετοιμάζονται για αμυντικές δαπάνες μαμούθ. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν ισχυρό δεσμό ανάμεσα στις στρατιωτικές προμήθειες, την υψηλή τεχνολογία και την οικονομία, εγείροντας παράλληλα νέες ανησυχίες για τον πληθωρισμό, το δημόσιο χρέος και τις αγορές ομολόγων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Τζέιμς Σταυρίδη, πρώην ναυάρχου του αμερικανικού Ναυτικού και νυν διοικητικού στελέχους στον όμιλο Carlyle Group, οι αμυντικές δεσμεύσεις των χωρών της G7 για την επόμενη δεκαετία αναμένεται να φτάσουν τα 8 τρισεκατομμύρια δολάρια σε νέους εξοπλισμούς.
Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με σχεδόν το 15% του ΑΕΠ των κρατών της G7 για το 2026. Ο ίδιος εκτιμά ότι οι αμυντικές δαπάνες της G7, που έχουν ήδη σκαρφαλώσει στο 2% του ΑΕΠ, ενδέχεται να αγγίξουν το 3,8% έως το 2030.
Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ σε τροχιά ιστορικών ρεκόρ
Στην Ευρώπη, οι αυξημένες απαιτήσεις ασφαλείας στα ανατολικά σύνορα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για τη μελλοντική στήριξη του ΝΑΤΟ από την κυβέρνηση Τραμπ, πιέζουν για δραστική αύξηση των κονδυλίων.
Οι πρόσθετες αμυντικές ανάγκες της γηραιάς ηπείρου υπολογίζονται σε 4 με 5 τρισεκατομμύρια ευρώ για τη δεκαετία, ενώ μαζί με τις συνοδές υποδομές το ποσό μπορεί να προσεγγίσει τα 9 τρισεκατομμύρια ευρώ.
Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ, οι σχεδιαζόμενες στρατιωτικές δαπάνες για το οικονομικό έτος 2027 αναμένεται να φτάσουν στο ρεκόρ των 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων —επίπεδο που ξεπερνά ακόμη και την κορύφωση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε προσαρμοσμένες τιμές. Αυτό αντιστοιχεί στο 4,6% του αμερικανικού ΑΕΠ, πλησιάζοντας τα επίπεδα των εντονότερων περιόδων του Ψυχρού Πολέμου.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην πρώτη γραμμή της Άμυνας
Η ποιοτική διαφορά αυτής της εξοπλιστικής περιόδου έγκειται στο πού κατευθύνονται τα κεφάλαια. Αντί για τους παραδοσιακούς κατασκευαστές όπλων, σημαντικό μέρος των κονδυλίων διοχετεύεται σε τεχνολογίες αιχμής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα drones, η κυβερνοασφάλεια, η κρυπτογράφηση και τα υπερηχητικά όπλα.
Τα data centers αποτελούν ακόμη ένα σημείο τομής, καθώς η επέκταση της ΑΙ απαιτεί τεράστια υπολογιστική ισχύ, ενώ τα αμυντικά συστήματα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από ασφαλείς ψηφιακές υποδομές. Δημιουργείται έτσι ένα οικοσύστημα όπου οι ιδιωτικές τεχνολογικές επενδύσεις και οι στρατιωτικές προμήθειες αλληλοενισχύονται. Παράλληλα, οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι ελπίζουν ότι αυτή η στροφή θα βοηθήσει στην αναζωογόνηση του εγχώριου τεχνολογικού τομέα.
Πίεση στις αγορές ομολόγων και το κόστος δανεισμού
Η γιγάντωση των δαπανών έρχεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη πρόκληση: την εξυπηρέτηση του ήδη διογκωμένου δημοσίου χρέους. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Διεθνούς Χρηματοοικονομικής (IIF), το μέσο κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων της G7 βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο από το 2008, με τις ετήσιες δαπάνες για τόκους να έχουν αυξηθεί κατά 85%.
Τον τελευταίο χρόνο, οι αναπτυγμένες οικονομίες πλήρωσαν πάνω από 3,3 τρισεκατομμύρια δολάρια μόνο για τόκους κρατικών ομολόγων. Το ποσό αυτό ξεπερνά τις συνολικές εκτιμώμενες παγκόσμιες δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη (2,6 τρισεκατομμύρια δολάρια), την άμυνα (3,1 τρισεκατομμύρια δολάρια) και την καθαρή ενέργεια (2,3 τρισεκατομμύρια δολάρια).
Η ταυτόχρονη επέκταση των επενδύσεων σε ΑΙ και άμυνα μπορεί να δώσει ώθηση στην παγκόσμια ανάπτυξη, συγκρατώντας θεωρητικά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν σε τεντωμένο σχοινί, προσπαθώντας να ενισχύσουν την εθνική ασφάλεια και την τεχνολογική τους ισχύ χωρίς να αποσταθεροποιήσουν τη δημοσιονομική τους κατάσταση.