Η πρόσφατη αποκάλυψη της ιστοσελίδας Nordic Monitor, που διαχειρίζονται αυτοεξόριστοι Τούρκοι δημοσιογράφοι, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Το δημοσίευμα βασίζεται σε επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της υπηρεσίας κυρώσεων OFAC (Office of Foreign Assets Control δηλαδή της Υπηρεσίας Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ), με την οποία επιβάλλονται νέες κυρώσεις σε δίκτυα που φέρονται να λειτουργούν ως οικονομικός αγωγός της Χεζμπολάχ μέσω τρίτων χωρών, μεταξύ αυτών και εταιρικών σχημάτων με έδρα την Τουρκία.
Η ίδια η αμερικανική ανακοίνωση επιβεβαιώνει ότι εταιρείες εγκατεστημένες στην Τουρκία ή με τουρκική διασύνδεση εμπλέκονται σε σχήματα παράκαμψης κυρώσεων, κυρίως μέσω εμπορίου εμπορευμάτων (λιπάσματα, πετρελαϊκά προϊόντα, χρυσός) και μεταφοράς κεφαλαίων. Αυτό είναι επίσημο και καταγεγραμμένο.
Εκεί που απαιτείται προσοχή είναι στο πολιτικό συμπέρασμα: Οι κυρώσεις στοχεύουν εταιρείες και φυσικά πρόσωπα, όχι επισήμως το τουρκικό κράτος. Ωστόσο, το γεγονός ότι τέτοια δίκτυα λειτουργούν κατ’ επανάληψη εντός τουρκικού εδάφους δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το επίπεδο ανοχής, εποπτείας ή πολιτικής κάλυψης.
Η στρατηγική «πολιτικής προστασίας» της Χαμάς
Η Άγκυρα δεν κρύβει τη σχέση της με τη Χαμάς. Ο ίδιος ο Ερντογάν έχει επανειλημμένα αρνηθεί τον χαρακτηρισμό της οργάνωσης ως «τρομοκρατική», παρουσιάζοντάς την ως πολιτικό κίνημα αντίστασης. Στελέχη της Χαμάς έχουν φιλοξενηθεί στην Τουρκία, ενώ δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν κατά καιρούς αναφέρει ότι από το τουρκικό έδαφος διεξάγονταν οικονομικές ή οργανωτικές δραστηριότητες.
Στην περίπτωση της Χεζμπολάχ, η σχέση είναι πιο έμμεση αλλά όχι ανύπαρκτη. Η Τουρκία διατηρεί ανοικτούς διαύλους με το Ιράν, το οποίο χρηματοδοτεί και στηρίζει στρατηγικά την οργάνωση. Όταν αμερικανικές κυρώσεις αποκαλύπτουν τουρκικές εταιρικές διασυνδέσεις σε δίκτυα μεταφοράς κεφαλαίων προς τη Χεζμπολάχ, το πρόβλημα παύει να είναι θεωρητικό.
Διεθνή think tanks όπως το Atlantic Council και το Foundation for Defense of Democracies έχουν επανειλημμένα επισημάνει, ότι η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε κόμβο «παράλληλων» οικονομικών διαύλων για χώρες και οργανώσεις που βρίσκονται υπό κυρώσεις.
Το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο: Χρήση εταιρειών-βιτρίνα, διακίνηση εμπορευμάτων με αλλοιωμένη τεκμηρίωση, μετατροπή προϊόντων σε ρευστό και επαναδιοχέτευση κεφαλαίων σε οργανώσεις που τελούν υπό καθεστώς κυρώσεων. Η Τουρκία δεν είναι η μόνη χώρα στην οποία συμβαίνει αυτό. Η Τουρκία όμως είναι χώρα μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια (έστω τυπικά) στην ΕΕ. Και αυτό αλλάζει το μέτρο σύγκρισης.
Το πολιτικό μήνυμα προς τη Δύση
Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι μιας Τουρκίας που δηλώνει ουδέτερη, αλλά μιας Τουρκίας που λειτουργεί ως «ελαστική γέφυρα» ανάμεσα στη Δύση και στο μπλοκ του Ιράν και των ακραίων ισλαμιστικών οργανώσεων που στηρίζονται από το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς ιδεολογικό. Είναι στρατηγικό. Μια χώρα που εργαλειοποιεί θρησκευτικά και παρακρατικά δίκτυα στη Μέση Ανατολή, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αφέλεια.
Οι αμερικανικές κυρώσεις δεν αποδεικνύουν άμεση κρατική χρηματοδότηση από την Άγκυρα. Αποκαλύπτουν όμως ότι το τουρκικό έδαφος και το τουρκικό οικονομικό σύστημα χρησιμοποιούνται -επανειλημμένα- ως αγωγός.
Και όταν ένας «αγωγός» λειτουργεί επί χρόνια χωρίς να διακόπτεται, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πολιτική γνώση. Το ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από τη διατήρησή του.