Σε μια προσπάθεια να εμφανιστεί ως ο απόλυτος ρυθμιστής των διεθνών εξελίξεων, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χρησιμοποίησε το Φόρουμ Διπλωματίας στην Αττάλεια ως βήμα για να επαναλάβει τις γνωστές του αξιώσεις, ισορροπώντας ανάμεσα σε «ευρωπαϊκά οράματα» και απροκάλυπτες απειλές.
Ο Τούρκος Πρόεδρος, αφού αυτοανακηρύχθηκε «κλειδί για την παγκόσμια ειρήνη», έσπευσε να ζητήσει την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αξιώνοντας μάλιστα από την Ευρώπη να «διορθώσει τον προσανατολισμό της» και να αναγνωρίσει τη στρατηγική αξία της Άγκυρας.
Η ρητορική του Ερντογάν έλαβε ιδιαίτερα οξυμένη μορφή όταν έστρεψε τα βέλη του προς το διεθνές σύστημα δικαίου, το οποίο κατηγόρησε για «ηθική κρίση» και επιλεκτική δικαιοσύνη με αφορμή τα μέτωπα στη Γάζα και τον Λίβανο. Ωστόσο, το αποκορύφωμα της προκλητικότητας σημειώθηκε όταν επιχείρησε να εμφανιστεί ως θύμα «αποκλεισμού» στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Υιοθετώντας για ακόμη μια φορά την επιθετική αναθεωρητική ατζέντα της Άγκυρας, ο Τούρκος Πρόεδρος απέρριψε με θράσος τις δήθεν «μονομερείς και μαξιμαλιστικές» κινήσεις της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιχειρώντας να επιβάλει de facto το παράνομο ψευδοκράτος («ΤΔΒΚ») στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής.
Χωρίς να κατονομάζει ευθέως την Αθήνα και τη Λευκωσία, ο Ερντογάν επιτέθηκε στο μέτωπο συνεργασίας που έχουν διαμορφώσει με το Ισραήλ, ισχυριζόμενος ότι υπάρχουν προσπάθειες υπονόμευσης των συμφερόντων της Τουρκίας.
Με το γνώριμο αλαζονικό του ύφος, ξεκαθάρισε ότι η Άγκυρα δεν πρόκειται να αποδεχθεί κανέναν σχεδιασμό που την παρακάμπτει, την ώρα που ο ίδιος εξακολουθεί να ναρκοθετεί τη σταθερότητα στην περιοχή με παράνομα τετελεσμένα, βαφτίζοντας την επεκτατική του πολιτική ως «ειρηνική εξωτερική δράση».