Η γεωπολιτική στάση της αφρικανικής ηπείρου σήμερα δεν εντάσσεται στα παραδοσιακά δίπολα του Ψυχρού Πολέμου. Οι περισσότερες αφρικανικές κυβερνήσεις αποφεύγουν να ταυτιστούν πλήρως είτε με τη Δύση είτε με τη Μόσχα.
Αντί για ευθυγράμμιση με μία υπερδύναμη, υιοθετούν στρατηγική «εξισορρόπησης» (strategic hedging): μια συνειδητή προσπάθεια διαφοροποίησης διεθνών εταίρων ώστε να διατηρούν αυτονομία και να μειώνουν την εξάρτηση από έναν μόνο πόλο ισχύος.
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ένδειξη αδράνειας ή αναποφασιστικότητας, αλλά ισορροπημένη αντίδραση στις δομικές αλλαγές του διεθνούς συστήματος — τη σχετική υποχώρηση της δυτικής ηγεμονίας, την άνοδο μεσαίων δυνάμεων όπως η Ινδία και τη διαμόρφωση πολυπολικής τάξης. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Αφρική παύει να είναι απλώς πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων και εξελίσσεται σε ενεργό γεωπολιτικό δρώντα με αυξανόμενη στρατηγική σημασία.
Η ρωσική επαναδραστηριοποίηση
Η επάνοδος της Ρωσίας στην Αφρική συχνά παρουσιάζεται ως ευκαιριακή, ωστόσο εντάσσεται σε ευρύτερη γεωπολιτική αναπροσαρμογή που επιταχύνθηκε μετά το 2022. Η Μόσχα αξιοποιεί τη διπλωματική στήριξη αφρικανικών κρατών σε διεθνή φόρα, την πρόσβαση σε πόρους και τη γεωστρατηγική επιρροή, επενδύοντας λιγότερο στην οικονομική ανάπτυξη και περισσότερο στην ασφάλεια.
Το ρωσικό αποτύπωμα βασίζεται κυρίως σε στρατιωτική εκπαίδευση, πωλήσεις όπλων και συμφωνίες ασφαλείας, χωρίς έντονες παρεμβάσεις σε ζητήματα διακυβέρνησης ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων — σε αντίθεση με τη δυτική πρακτική. Παράλληλα, η ρητορική περί μη παρέμβασης και αντι-αποικιακής αλληλεγγύης ενισχύει την απήχηση της Μόσχας σε πολιτικά περιβάλλοντα όπου η εξωτερική πίεση για μεταρρυθμίσεις αντιμετωπίζεται καχύποπτα.
Στοιχεία διεθνών ερευνών δείχνουν ότι την περίοδο 2018–2022 η Ρωσία κάλυψε περίπου το 40% των εισαγωγών οπλισμού αφρικανικών χωρών, ενώ πάνω από 40 κράτη έχουν συνάψει στρατιωτικές συμφωνίες μαζί της. Ωστόσο, η επιρροή της παραμένει στοχευμένη: εστιάζει σε ελίτ και τομείς εξόρυξης και ενέργειας, χωρίς συνολικό αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Στρατηγική εξισορρόπησης στην πράξη
Παρά την ενίσχυση των δεσμών με τη Μόσχα, οι αφρικανικές κυβερνήσεις δεν μετατρέπονται σε δορυφόρους της. Αντίθετα, διατηρούν και ενισχύουν σχέσεις με δυτικές χώρες, περιφερειακές δυνάμεις και αναδυόμενους εταίρους.
Τρεις βασικοί παράγοντες τροφοδοτούν αυτή τη στρατηγική:
Ασφάλεια καθεστώτων: Κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν εξεγέρσεις ή αστάθεια αναζητούν άμεση στρατιωτική στήριξη με λιγότερους πολιτικούς όρους.
Οικονομική διαφοροποίηση: Η δυτική χρηματοδότηση και επενδύσεις παραμένουν κρίσιμες, ακόμη και όπου ενισχύονται ρωσικοί δεσμοί.
Διπλωματική αυτονομία: Η διατήρηση «στρατηγικής ασάφειας» αυξάνει τη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι σε ανταγωνιζόμενες δυνάμεις.
Το μοτίβο είναι εμφανές στο Σαχέλ και την Κεντρική Αφρική, όπου η δυτική στρατιωτική υποχώρηση συνέπεσε με ρωσική διείσδυση — χωρίς όμως αποκλειστικές ευθυγραμμίσεις.
Πολυπολικότητα: ευκαιρίες και κίνδυνοι
Η πολυπολική μετάβαση προσφέρει στα αφρικανικά κράτη περισσότερες επιλογές και διαπραγματευτικά οφέλη. Μπορούν να προσελκύουν εναλλακτικές επενδύσεις, να αντιστέκονται σε μονομερείς όρους συνεργασίας και να καθορίζουν πιο αυτόνομα τις αναπτυξιακές τους προτεραιότητες.
Ωστόσο, αναδύονται και κίνδυνοι:
Συμφωνίες ασφάλειας που προτάσσουν τη σταθερότητα καθεστώτων έναντι θεσμικής λογοδοσίας.
Ενίσχυση εξορυκτικών οικονομικών μοντέλων εις βάρος βιώσιμης ανάπτυξης.
Αβεβαιότητες για μακροπρόθεσμη σταθερότητα και ασφάλεια πολιτών λόγω αυξημένης παρουσίας εξωτερικών στρατιωτικών δρώντων.
Η αφρικανική στάση αμφισβητεί έτσι τα απλουστευτικά σχήματα «Δύση εναντίον Ανατολής» ή «δημοκρατία εναντίον αυταρχισμού», δείχνοντας τα όρια των κυρώσεων και της καταναγκαστικής διπλωματίας στον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο.
Η γεωπολιτική θέση της Αφρικής περιγράφεται καλύτερα ως «υπολογισμένη ασάφεια» παρά ως ευθυγράμμιση. Τα κράτη της ηπείρου επιλέγουν χωρίς να επιλέγουν, αξιοποιώντας τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων για να αποσπούν οφέλη σε ασφάλεια, διπλωματία και οικονομία.
Σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, η αφρικανική εμπειρία λειτουργεί και ως πρότυπο για άλλες δυνάμεις του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου — όπως η Ινδία — που επιδιώκουν στρατηγική αυτονομία μέσω πολυδιάστατων συνεργασιών. Περισσότερο από παθητική αντίδραση, πρόκειται για ενεργητική αναδιαμόρφωση της ίδιας της έννοιας της πολυπολικότητας.