Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ πρότεινε για πρώτη φορά, το 2019, την αγορά της Γροιλανδίας, η ιδέα αντιμετωπίστηκε ως ένα αλλόκοτο, σχεδόν γραφικό κατάλοιπο αυτοκρατορικής νοοτροπίας. Σήμερα, όμως, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος επανέρχεται ανοιχτά στο θέμα, το σενάριο δεν μοιάζει πλέον τόσο απίθανο.
«Θα κάνουμε κάτι με τη Γροιλανδία, είτε τους αρέσει είτε όχι», δήλωσε πρόσφατα, επικαλούμενος τον κίνδυνο ρωσικής ή κινεζικής διείσδυσης στην περιοχή. Η αυτόνομη επικράτεια της Δανίας έχει μετατραπεί σε πεδίο σκληρού γεωπολιτικού ανταγωνισμού, καθώς το λιώσιμο των πάγων στην Αρκτική ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς και εκτοξεύει τη στρατηγική της αξία.
Η επιθετική ρητορική για τη Γροιλανδία εντάσσεται σε μια ευρύτερη μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής: από την έμμεση επιρροή στην ωμή διεκδίκηση εδαφών, με στόχο τη διατήρηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας. Αν η Ουάσινγκτον είναι διατεθειμένη να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, το ερώτημα που προκύπτει είναι τι θα την εμπόδιζε να στρέψει το βλέμμα της στον ακόμη μεγαλύτερο, πλουσιότερο σε πόρους και καλύτερα συνδεδεμένο Καναδά.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει με προσάρτηση της χώρας, εκφράζοντας ανησυχία για τις διεθνείς επιλογές της Οτάβας. Παρότι ο Καναδάς θεωρείται ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ, διαθέτει τεράστια ενεργειακά αποθέματα και, σε μια εποχή υποχώρησης της αμερικανικής παγκόσμιας κυριαρχίας, η Ουάσινγκτον επιδιώκει απόλυτο έλεγχο στο δυτικό ημισφαίριο.
Ύστερα από δύο αιώνες επεμβάσεων, πραξικοπημάτων και στρατιωτικής δράσης στη Λατινική και Βόρεια Αμερική, η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να περνά σε πιο ωμή φάση. Σε έναν ασταθή κόσμο, η συμμαχία δεν αρκεί πλέον· για μια δύναμη που λειτουργεί με όρους καχυποψίας, μόνο η άμεση ενσωμάτωση εγγυάται την ασφάλεια.
Οι σχέσεις Καναδά–ΗΠΑ θυμίζουν δεσμούς δύο «αδελφών» με κοινή καταγωγή αλλά μακρά ιστορία ανταγωνισμών. Από τον Πόλεμο του 1812 έως τα σχέδια εισβολής του Μεσοπολέμου, η αμερικανική καχυποψία προς τον βόρειο γείτονα δεν εξέλειψε ποτέ πλήρως. Ο Ψυχρός Πόλεμος σκέπασε προσωρινά τις διαφορές, χωρίς όμως να τις εξαλείψει.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, η οικονομική εξάρτηση του Καναδά από τις ΗΠΑ εντάθηκε, αλλά τα τελευταία χρόνια η εικόνα αλλάζει. Το μερίδιο του διμερούς εμπορίου μειώνεται, ενώ οι οικονομικές σχέσεις με την Κίνα ενισχύονται, ιδίως στον ενεργειακό τομέα. Αυτή η διαφοροποίηση θεωρείται από την Ουάσινγκτον απειλή.
Στον πυρήνα της αμερικανικής ανησυχίας βρίσκονται οι πόροι. Ο Καναδάς είναι παγκόσμια δύναμη σε πετρέλαιο, ουράνιο, χρυσό, διαμάντια και κρίσιμα ορυκτά απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση και τη στρατιωτική τεχνολογία. Για τις ΗΠΑ, ο έλεγχος αυτών των πόρων συνδέεται άμεσα τόσο με την ενεργειακή ασφάλεια όσο και με τη διατήρηση της ισχύος του δολαρίου.
Στο τραπέζι των σεναρίων εμφανίζονται τρεις δρόμοι: οικονομική πίεση, εσωτερικός κατακερματισμός και –στο ακραίο ενδεχόμενο– στρατιωτική επέμβαση. Οι δασμοί έχουν ήδη πλήξει την καναδική οικονομία, χωρίς όμως να κάμψουν τη βούληση της κοινής γνώμης. Αντίθετα, ο αντιαμερικανισμός ενισχύεται και η Οτάβα αναζητά νέους εμπορικούς εταίρους, από το Μεξικό έως την Ινδία και την Κίνα.
Η ιδέα της διάσπασης, μέσω στήριξης αποσχιστικών κινημάτων όπως αυτό της Αλμπέρτα, επίσης συζητείται, αν και μέχρι στιγμής οι απειλές φαίνεται να λειτουργούν συσπειρωτικά για τον Καναδά. Η στρατιωτική επιλογή, αν και θεωρητικά εφικτή λόγω της συντριπτικής αμερικανικής υπεροχής, θα είχε τεράστιο πολιτικό και οικονομικό κόστος, με απρόβλεπτες συνέπειες για το δολάριο και τη διεθνή σταθερότητα.
Προς το παρόν, δεν διαφαίνεται άμεσος κίνδυνος προσάρτησης. Όμως η ρητορική δεν είναι απλώς προσωπική εμμονή του Τραμπ. Αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής: καθώς η παγκόσμια ηγεμονία φθίνει, η Ουάσινγκτον στρέφεται στη «στερέωση» της επιρροής της στο ίδιο της το ημισφαίριο, ακόμη και εις βάρος των πιο στενών συμμάχων της.
Για τον Καναδά, το μήνυμα είναι σαφές. Σε μια εποχή έντονου ανταγωνισμού για την Αρκτική και τους φυσικούς πόρους, η χώρα δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της φιλίας, αλλά στο επίκεντρο μιας νέας, ωμής γεωπολιτικής διεκδίκησης.