Παρά τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης Τραμπ για την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο, η επόμενη ημέρα στη Βενεζουέλα προκαλεί έντονη αβεβαιότητα στην Ουάσιγκτον. Αντί το τοπίο να ξεκαθαρίζει, οι εξελίξεις περιπλέκονται, με αντικρουόμενα μηνύματα από την αμερικανική πλευρά και χωρίς σαφή στρατηγική για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί ανάληψης της διακυβέρνησης της Βενεζουέλας ερμηνεύτηκαν διαφορετικά από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος έκανε λόγο για αμερικανικό έλεγχο της μεταβατικής κατάστασης, χωρίς ωστόσο να έχει εξασφαλιστεί η άνοδος της φιλοαμερικανικής αντιπολίτευσης στην εξουσία. Παράλληλα, και οι δύο παραδέχθηκαν ότι βρίσκονται σε επαφή με στελέχη της κυβέρνησης Μαδούρο, επιδιώκοντας – όπως υποστηρίζουν – μια «ομαλή» μετάβαση.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ δεν έκρυψε το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την εκμετάλλευση των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, ενώ ο Ρούμπιο επιχείρησε να αποσυνδέσει την επέμβαση από ενεργειακά κίνητρα. Αντικρουόμενα μηνύματα στάλθηκαν και για τη στάση της υπηρεσιακής προέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες, η οποία αρχικά καταδίκασε την αμερικανική στρατιωτική δράση, ζητώντας την απελευθέρωση του Μαδούρο, αλλά στη συνέχεια υιοθέτησε πιο συμφιλιωτική ρητορική, μιλώντας για την ανάγκη ισορροπημένων σχέσεων με τις ΗΠΑ.
Παρά τις εκτιμήσεις αμερικανικών ΜΜΕ περί υποχώρησης, αναλυτές σημειώνουν ότι η κυβέρνηση της Βενεζουέλας βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, χωρίς ωστόσο να έχει καταρρεύσει, ενώ διερευνά τις επιλογές της υπό τη διαρκή απειλή περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης. Την ίδια ώρα, η Ουάσιγκτον παραδέχεται ότι η αντιπολίτευση δεν είναι έτοιμη να κυβερνήσει, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας επέμβασης χωρίς ξεκάθαρο σχέδιο.
Πρώην αξιωματούχοι και διεθνείς αναλυτές κάνουν λόγο για περιορισμένη επιτυχία της επιχείρησης, επισημαίνοντας ότι δεν συνιστά κατ’ ανάγκην αλλαγή καθεστώτος, ενώ εκφράζονται φόβοι επανάληψης αποτυχημένων αμερικανικών παρεμβάσεων, όπως στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, η επίθεση στη Βενεζουέλα συνδέεται άμεσα με τον ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας, καθώς το Πεκίνο αποτελεί βασικό αγοραστή του βενεζουελάνικου πετρελαίου και έχει ενισχύσει σημαντικά την παρουσία του στη Λατινική Αμερική.
Σύμφωνα με επικριτές της πολιτικής Τραμπ, η Ουάσιγκτον, αντί να μειώνει τα μέτωπα, δημιουργεί νέες εστίες έντασης, βασιζόμενη κυρίως στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, χωρίς να έχει διασφαλίσει μέχρι σήμερα σταθερότητα ή βιώσιμες λύσεις στις χώρες όπου παρεμβαίνει.