Είναι παράδοξο το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αναρριχήθηκε στην εξουσία επικρίνοντας σφοδρά το κατεστημένο για την καταστροφική εισβολή στο Ιράκ το 2003, φαίνεται τώρα να υιοθετεί τη ρητορική και τους στρατηγικούς υπολογισμούς εκείνης της εποχής.
Ενώ το κίνημα MAGA βασίστηκε στην αποστροφή για τους πολέμους στο εξωτερικό, ο Τραμπ έχει συγκεντρώσει στον Περσικό Κόλπο τη μεγαλύτερη ναυτική και αεροπορική δύναμη των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Αυτή η επίδειξη ισχύος λειτουργεί ως «δίκοπο μαχαίρι»: από τη μία πιέζει την Τεχεράνη στις συνομιλίες της Γενεύης, από την άλλη όμως θέτει σε κίνδυνο το κύρος του προέδρου, καθώς μια αποχώρηση χωρίς αποτέλεσμα θα εκλαμβανόταν ως αδυναμία.
Ρητορική «Deja Vu» για το πυραυλικό πρόγραμμα
Η σημερινή επιχειρηματολογία του Λευκού Οίκου θυμίζει έντονα τις ημέρες των Μπους και Μπλερ. Ο Τραμπ προειδοποιεί για ιρανικούς πυραύλους που σύντομα θα μπορούν να πλήξουν το αμερικανικό έδαφος, χρησιμοποιώντας μια ρητορική τρόμου ανάλογη με εκείνη για τα «όπλα μαζικής καταστροφής» του Σαντάμ Χουσεΐν.
Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί μπορεί να είναι υπερβολικοί, ενώ σημειώνουν την έλλειψη ενός σαφούς σχεδίου για την «επόμενη μέρα». Μια ενδεχόμενη ανατροπή του καθεστώτος των κληρικών ίσως απλώς άνοιγε τον δρόμο για τους ακόμα πιο ριζοσπάστες Φρουρούς της Επανάστασης, βυθίζοντας την περιοχή σε ένα νέο κύκλο χάους.
Το στοίχημα της Γενεύης και η «διπλωματία του γαμπρού»
Παρά τα τύμπανα του πολέμου, το διπλωματικό κανάλι παραμένει ανοιχτό. Οι Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ ηγούνται των επαφών στη Γενεύη, αναζητώντας μια συμφωνία που ο Τραμπ θα μπορούσε να βαφτίσει ως «ιστορική συνθηκολόγηση» του Ιράν. Η Τεχεράνη φαίνεται διατεθειμένη να συζητήσει τον περιορισμό του εμπλουτισμού ουρανίου, όμως το πυραυλικό της πρόγραμμα παραμένει «κόκκινη γραμμή».
Για τον Τραμπ, μια στρατιωτική δράση παραμένει δελεαστική, ειδικά τώρα που οι περιφερειακοί σύμμαχοι του Ιράν έχουν εξασθενήσει από τις συγκρούσεις με το Ισραήλ. Η εξάλειψη της ιρανικής απειλής θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει πλήρως τον χάρτη της Μέσης Ανατολής, όμως το ρίσκο παραμένει τεράστιο: η ιστορία έχει δείξει ότι η λογική της Ουάσιγκτον συχνά «θολώνει» όταν έρχεται αντιμέτωπη με την περίπλοκη πραγματικότητα της περιοχής.