Ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει το βασικό του επιχείρημα, επιχειρώντας να δικαιολογήσει την απόφασή του για επίθεση κατά του Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιμένει ότι η Τεχεράνη βρισκόταν στα πρόθυρα απόκτησης πυρηνικών όπλων και ότι θα τα χρησιμοποιούσε αρχικά εναντίον του Ισραήλ και στη συνέχεια κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Θα τα χρησιμοποιούσαν μέσα σε μία ώρα ή μία μέρα», δήλωσε τη Δευτέρα. Την ίδια στιγμή, οι τοποθετήσεις του τις τελευταίες ημέρες δημιουργούν την εντύπωση ότι εξετάζει ένα εξαιρετικά φιλόδοξο στρατιωτικό σχέδιο: την κατάληψη ή καταστροφή πυρηνικού υλικού, το οποίο εκτιμάται ότι βρίσκεται αποθηκευμένο βαθιά κάτω από βουνό στην περιοχή του Ισφαχάν.
Μια τέτοια επιχείρηση θα συγκαταλεγόταν, σύμφωνα με αναλύσεις, στις πιο τολμηρές και επικίνδυνες της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, με βαθμό πολυπλοκότητας που υπερβαίνει προηγούμενες στρατιωτικές αποστολές υψηλού ρίσκου.
Ωστόσο, παραμένει άγνωστη η ακριβής τοποθεσία του συνόλου του πυρηνικού υλικού. Η διαχείρισή του ενέχει σοβαρούς κινδύνους, καθώς πιθανή διάτρηση των δοχείων θα μπορούσε να προκαλέσει διαρροή τοξικών και ραδιενεργών ουσιών, ενώ η εγγύτητα μεταξύ τους ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη επιτάχυνση πυρηνικής αντίδρασης.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, είχε αναφέρει στο Κογκρέσο ότι μια τέτοια αποστολή θα απαιτούσε ανάπτυξη ειδικών δυνάμεων με στόχο την άμεση κατάληψη του υλικού. Ο ίδιος ο Τραμπ εμφανίστηκε αδιάφορος απέναντι στους κινδύνους χερσαίων επιχειρήσεων, δηλώνοντας ότι «δεν φοβάται τίποτα».
Παράλληλα, ο πρόεδρος φαίνεται να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο υλοποίησης μιας τέτοιας επιχείρησης, παρά το γεγονός ότι στο πρόσφατο παρελθόν είχε θέσει ως προϋπόθεση την αποδυνάμωση των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση, υπογραμμίζοντας ότι ένας πρόεδρος δεν οφείλει να αποκαλύπτει τέτοιου είδους προθέσεις.
Την ίδια στιγμή, ειδικοί επισημαίνουν ότι μια ενδεχόμενη παύση των επιχειρήσεων χωρίς πλήρη εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα αποδυναμωμένο αλλά περισσότερο αποφασισμένο ιρανικό καθεστώς. Όπως σημειώνει ο Μάθιου Μπαν, μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε την πιθανότητα επιτάχυνσης της ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.
Αναλυτές υπογραμμίζουν επίσης ότι ο Τραμπ υπερβάλλει σχετικά με την ταχύτητα με την οποία το Ιράν θα μπορούσε να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο. Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης στις 28 Φεβρουαρίου, αξιωματούχοι των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δεν εκτιμούσαν ότι υπήρχε άμεση απειλή.
Η εκτίμηση αυτή ενισχύθηκε από την παραίτηση του διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, Τζο Κεντ, ο οποίος ανέφερε ότι το Ιράν δεν συνιστούσε άμεσο κίνδυνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, τα συστήματα επιτήρησης φέρονται να παρακολουθούσαν στενά τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, εκτιμώντας ότι θα μπορούσαν να εντοπίσουν έγκαιρα οποιαδήποτε προσπάθεια επιτάχυνσης του προγράμματος.
Ωστόσο, η κατάσταση φαίνεται να έχει μεταβληθεί μετά από ημέρες βομβαρδισμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, που αποδυνάμωσαν σημαντικά τη συμβατική στρατιωτική ισχύ του Ιράν. Σε αυτό το πλαίσιο, το πυρηνικό υλικό θεωρείται πλέον κρίσιμο στοιχείο της αποτρεπτικής του ικανότητας.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι η ιρανική πλευρά ενδέχεται να έχει δημιουργήσει παραπλανητικά αποθέματα, με στόχο να δυσχεράνει τυχόν επιχείρηση εντοπισμού και κατάληψης του υλικού. Η ύπαρξη «δοχείων-δόλωμα» θα μπορούσε να περιπλέξει σημαντικά οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση ειδικών δυνάμεων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται για τέτοιου είδους επιχειρήσεις εδώ και χρόνια, διαθέτοντας εξειδικευμένες μονάδες με εκπαίδευση στη διαχείριση πυρηνικών υλικών. Ωστόσο, η φύση αυτών των σχεδίων παραμένει άκρως απόρρητη, ενώ δεν είναι σαφές αν θα επιλεγεί μια περιορισμένη επιχείρηση ή μια ευρύτερη στρατιωτική ανάπτυξη.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης διαπραγματεύσεων. Πριν από την επίθεση, το Ιράν είχε προτείνει την αραίωση του πυρηνικού υλικού υπό διεθνή εποπτεία, χωρίς όμως την απομάκρυνσή του από τη χώρα. Η πρόταση απορρίφθηκε από την αμερικανική πλευρά, η οποία επέμεινε στην πλήρη απομάκρυνση των αποθεμάτων.
Παρά την κλιμάκωση της έντασης, διπλωματικές πηγές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο επανεξέτασης τέτοιων προτάσεων στο πλαίσιο μελλοντικών διαπραγματεύσεων για κατάπαυση του πυρός. Ωστόσο, προς το παρόν δεν υπάρχουν ενδείξεις για άμεση έναρξη μιας τέτοιας διαδικασίας.
Πηγή: New York Times