Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, φέρεται να αντιλαμβάνεται ότι οι ισορροπίες γύρω του αλλάζουν επικίνδυνα. Κρυμμένος σε άγνωστο καταφύγιο, γνωρίζει πως δεν αποτελεί πλέον απλώς πολιτικό στόχο, αλλά πρόσωπο υπό άμεση απειλή, καθώς οι διεθνείς εξελίξεις και οι εσωτερικές αναταραχές εντείνουν την πίεση στο καθεστώς του.
Στις αναφορές του για το πώς ενδέχεται να κινηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι στο Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επικαλεστεί προηγούμενες επιχειρήσεις υψηλού συμβολισμού, όπως τη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί το 2020 και την εξόντωση του ηγέτη του Ισλαμικού Κράτους, Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγκντάντι, το 2019. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Χαμενεΐ δεν μπορεί να αγνοεί και τη μοίρα του ηγέτη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, ο οποίος σκοτώθηκε σε ισραηλινή αεροπορική επιδρομή στη Βηρυτό το 2024, παρά τα εκτεταμένα μέτρα ασφαλείας.
Στο μυαλό του Ιρανού ηγέτη φέρεται να βρίσκεται και η πρόσφατη απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, σε επιχείρηση αμερικανικών ειδικών δυνάμεων, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ότι ακόμη και ισχυροί ηγέτες δεν είναι απρόσβλητοι.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές αν μια ενδεχόμενη απομάκρυνση του Χαμενεΐ θα άλλαζε ουσιαστικά την πορεία των διαδηλώσεων ή το μέλλον της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να σταθμίζει τις επιλογές του, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για το πού οδηγούνται ο ανώτατος ηγέτης και το καθεστώς του.
Στο εσωτερικό της χώρας, ο 86χρονος Χαμενεΐ παραμένει βαθιά αντιδημοφιλής. Για δεκαετίες, κύματα διαδηλώσεων ζητούν την ανατροπή του, κατηγορώντας τον για αυταρχισμό, οικονομική κατάρρευση και διεθνή απομόνωση. Κατά τη μακρόχρονη διακυβέρνησή του, το Ιράν βρέθηκε αντιμέτωπο με βαριές κυρώσεις, γεωπολιτικές συγκρούσεις και εσωτερική φτώχεια, ενώ η προσπάθεια προβολής ισχύος στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε νέους πολέμους και εντάσεις.
Η πρόσφατη καταστολή των διαδηλώσεων υπήρξε αιματηρή, με χιλιάδες νεκρούς σε πόλεις και χωριά, παρά το μπλακ άουτ στην ενημέρωση λόγω διακοπών του διαδικτύου. Αναλυτές εκτιμούν ότι η απομάκρυνσή του –είτε μέσω στοχευμένων πληγμάτων είτε μέσω επιχείρησης ειδικών δυνάμεων– θα προκαλούσε αναγκαστική αλλαγή στην κορυφή της εξουσίας, χωρίς όμως να εγγυάται ομαλή μετάβαση.
Το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με ειδικούς, είναι η προσπάθεια των Φρουρών της Επανάστασης να καλύψουν το κενό επιβάλλοντας μια μορφή στρατιωτικής διακυβέρνησης. Παράλληλα, δεν αποκλείεται τμήμα της άρχουσας ελίτ να έβλεπε ακόμη και μια εξωτερική παρέμβαση ως ευκαιρία για αναδιάρθρωση του συστήματος, όπως σημειώνει ο ακαδημαϊκός Αράς Αζιζί.
Στο πολιτικό παρασκήνιο ακούγονται διάφορα ονόματα διαδόχων, από σκληροπυρηνικούς των Φρουρών της Επανάστασης έως πιο μετριοπαθείς πρώην αξιωματούχους, αν και πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι οι μεταρρυθμιστές έχουν ουσιαστικά περιθωριοποιηθεί. Την ίδια στιγμή, στους δρόμους των ιρανικών πόλεων επανέρχεται το όνομα του εξόριστου διαδόχου πρίγκιπα Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος συγκεντρώνει νοσταλγική υποστήριξη, χωρίς όμως να διαθέτει οργανωτική βάση εντός της χώρας.
Οι σημερινές διαδηλώσεις, που τροφοδοτούνται κυρίως από την οικονομική ασφυξία, τη φτώχεια και την κατάρρευση των υποδομών, δείχνουν ότι το αίτημα των πολιτών ξεπερνά πρόσωπα και αφορά τον συνολικό μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος. Όπως σημειώνουν αναλυτές, πρόκειται για μια βαθιά κρίση διακυβέρνησης, την ώρα που ο Χαμενεΐ, παρά τα αδιέξοδα, φαίνεται αποφασισμένος να κυβερνήσει με σιδερένια πυγμή, θεωρώντας –ίσως– ότι επιτελεί μια αποστολή ανώτερης, θεϊκής τάξης.