Στα τέλη Φεβρουαρίου του 2026 η Μέση Ανατολή βυθίστηκε σε νέα μεγάλη πολεμική κρίση, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν εκτεταμένες αεροπορικές επιδρομές εναντίον του Ιράν, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων «Epic Fury» και «Roaring Lion».
Οι επιθέσεις στόχευσαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, πυραυλικά εργοστάσια, πυρηνικές υποδομές και κέντρα διοίκησης, προκαλώντας σοβαρές αναταράξεις στην περιοχή και παγκόσμια ανησυχία για τις συνέπειες της σύγκρουσης.
Καθοριστική εξέλιξη αποτέλεσε ο θάνατος του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος σκοτώθηκε στα πρώτα στάδια των βομβαρδισμών μαζί με άλλα υψηλόβαθμα στελέχη του καθεστώτος.
Παρότι πολλοί εκτιμούσαν ότι η απώλειά του θα οδηγούσε σε αποσταθεροποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η ιρανική ηγεσία συσπειρώθηκε γύρω από τον γιο του, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ενισχύοντας τη θέση των σκληροπυρηνικών κύκλων.
Ο απολογισμός του πολέμου υπήρξε βαρύς. Χιλιάδες Ιρανοί πολίτες έχασαν τη ζωή τους, ενώ σημαντικές ζημιές καταγράφηκαν όχι μόνο σε στρατιωτικούς στόχους αλλά και σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και κατοικημένες περιοχές. Απώλειες υπήρξαν επίσης για τις αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις, ενώ μεγάλος αριθμός ανθρώπων εκτοπίστηκε.
Η σύγκρουση είχε άμεσο αντίκτυπο και στην παγκόσμια οικονομία. Οι απειλές για το Στενό του Ορμούζ προκάλεσαν άνοδο των τιμών του πετρελαίου, με το Brent να ξεπερνά ακόμη και τα 120 δολάρια το βαρέλι, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς. Το οικονομικό κόστος για τις ΗΠΑ ανήλθε σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, ενισχύοντας τη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της χώρας απέναντι σε μια ακόμη μακρά εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες εντείνεται η δημόσια συζήτηση για τον ρόλο του Ισραήλ και ειδικά του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στην απόφαση της Ουάσιγκτον να προχωρήσει στη στρατιωτική επιχείρηση. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει απορρίψει επανειλημμένα τους ισχυρισμούς ότι η χώρα του οδηγήθηκε στον πόλεμο από το Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ελήφθη αποκλειστικά με γνώμονα την αποτροπή ενός πυρηνικού Ιράν.
Ωστόσο, αμερικανικά δημοσιεύματα και επίσημα έγγραφα καταδεικνύουν στενό συντονισμό μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε δήλωση του νομικού συμβούλου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Ριντ Ρούμπινσταϊν, ο οποίος χαρακτήρισε τις αμερικανικές επιχειρήσεις ως ενέργεια «συλλογικής άμυνας» υπέρ του Ισραήλ.
Παράλληλα, αποκαλύφθηκε ότι σε κρίσιμη σύσκεψη στον Λευκό Οίκο στις 11 Φεβρουαρίου 2026, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου παρουσίασε εκτενή ανάλυση για τις αδυναμίες του Ιράν, επιχειρηματολογώντας υπέρ μιας συντονισμένης στρατιωτικής επέμβασης. Παρότι ορισμένοι Αμερικανοί στρατιωτικοί εμφανίστηκαν επιφυλακτικοί, η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης φέρεται να μεταβλήθηκε υπέρ της ανάληψης δράσης μετά τη συνάντηση αυτή.
Παρά τα ισχυρά πλήγματα στις στρατιωτικές και πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν, ο βασικός στόχος της αλλαγής καθεστώτος δεν επιτεύχθηκε. Η ιρανική ηγεσία διατήρησε τον έλεγχο της χώρας, ενώ η εύθραυστη εκεχειρία που ισχύει τις τελευταίες εβδομάδες δεν φαίνεται να διασφαλίζει μόνιμη σταθερότητα.
Η κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο τα ερωτήματα γύρω από τα όρια της αμερικανοϊσραηλινής συμμαχίας, το κόστος των στρατιωτικών επεμβάσεων και τον βαθμό ανεξαρτησίας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών αναμένεται να κρίνουν αν η νέα αυτή σύγκρουση θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ασφάλεια ή σε έναν ακόμη κύκλο αποσταθεροποίησης στην περιοχή.