Σε ένα συνέδριο στο Βερολίνο, όπου ειδικοί της εξωτερικής πολιτικής συζητούσαν το ενδεχόμενο πολέμου με τη Ρωσία, οι εκτιμήσεις διατυπώνονταν με μια εντυπωσιακή ψυχραιμία. Άλλοι μιλούσαν για σύγκρουση μέσα στην επόμενη πενταετία, άλλοι για ανάγκη προετοιμασίας ακόμη και πριν από το 2026.
Ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι προβλέψεις εκφέρονταν –σχεδόν άφοβα, σαν να αφορούσαν ένα προγραμματισμένο γεγονός ρουτίνας– προκάλεσε σοκ. Η συζήτηση έμοιαζε αποκομμένη από το βάρος μιας πραγματικότητας που θα μπορούσε να κοστίσει εκατομμύρια ζωές.
Για όσους προέρχονται από χώρες όπως η Βοσνία ή από άλλες, όπου ο πόλεμος δεν ανήκει σε μακρινά βιβλία ιστορίας αλλά στη ζωντανή μνήμη, μια τέτοια ελαφρότητα φαντάζει αδιανόητη. Εκεί, ο πόλεμος παραμένει ταμπού, όχι από άρνηση της πραγματικότητας, αλλά από βαθιά γνώση του τι σημαίνει. Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, όμως, αυτή η πολιτισμική αναστολή φαίνεται να εξασθενεί. Ο δημόσιος λόγος αρχίζει να αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως διαχειρίσιμο σενάριο, ως στρατηγική επιλογή ή αναπόφευκτη εξέλιξη, και όχι ως απόλυτη καταστροφή.
Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται και στα στοιχεία. Σε έρευνα του 2025 σε εννέα χώρες της Ε.Ε., περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες θεωρούν έναν πόλεμο με τη Ρωσία «πολύ πιθανό» τα επόμενα χρόνια, ενώ σχεδόν οι ίδιοι εκτιμούν ότι τα κράτη τους δεν θα ήταν επαρκώς προετοιμασμένα. Παρ’ όλα αυτά, ο φόβος της απροετοιμασίας δεν μεταφράζεται σε ισχυρότερη απαίτηση για αποκλιμάκωση.
Άλλη δημοσκόπηση της ίδιας χρονιάς δείχνει ότι το 64% των Ευρωπαίων δηλώνει «έτοιμο» για πόλεμο, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Πολωνία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφεται πλειοψηφική στήριξη στην επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Τα μέσα ενημέρωσης ακολουθούν τον ίδιο τόνο, με τίτλους που παρουσιάζουν τον πόλεμο ως πιθανό σχέδιο ανάγκης. Η προετοιμασία είναι θεμιτή· η κανονικοποίηση, όμως, είναι κάτι διαφορετικό.
Το πρόβλημα δεν ξεκινά από τον στρατιωτικό σχεδιασμό, αλλά από τη γλώσσα και τη συλλογική φαντασία. Η προετοιμασία αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως ενδεχόμενο που πρέπει να αποτραπεί. Η κανονικοποίηση, αντίθετα, τον παρουσιάζει ως μέλλον που πρέπει να διαχειριστούμε. Έτσι, η συζήτηση μετατοπίζεται από το πώς μπορεί να αποφευχθεί μια σύγκρουση στο πώς θα προσαρμοστούμε σε αυτή. Με τον χρόνο, ο πόλεμος παύει να θεωρείται αποτυχία της πολιτικής και αρχίζει να εμφανίζεται ως φυσική της κατάληξη.
Ο κίνδυνος, επομένως, δεν είναι ότι η Ευρώπη προετοιμάζεται, αλλά ότι μαθαίνει να μιλά για τον πόλεμο χωρίς φόβο. Η ειρήνη στην ήπειρο δεν στηρίχθηκε ποτέ αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ, αλλά σε μια βαθιά ριζωμένη πολιτισμική μνήμη. Μετά τους παγκόσμιους πολέμους, ο πόλεμος δεν ήταν απλώς ανεπιθύμητος· ήταν ανείπωτος. Και αυτή η «σιωπή» είχε πολιτική δύναμη, καθώς ανάγκαζε ηγέτες και κοινωνίες να εξαντλούν κάθε διπλωματική δυνατότητα.
Σήμερα, η ρητορική της αναπόφευκτης σύγκρουσης συρρικνώνει τον δημοκρατικό διάλογο. Όταν ο πόλεμος παρουσιάζεται ως δεδομένος, οι πολίτες καλούνται να προετοιμαστούν, όχι να συναινέσουν. Οι εναλλακτικές –η αποκλιμάκωση, η επίμονη διπλωματία– σταδιακά εξαφανίζονται από τον δημόσιο λόγο. Έτσι, οι πολιτικές, οι προϋπολογισμοί και οι προτεραιότητες αρχίζουν να αναδιατάσσονται γύρω από ένα μέλλον που θεωρείται δεδομένο.
Η ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι σπάνια ξεσπούν από μια και μόνο απερίσκεπτη απόφαση. Συνήθως είναι το αποτέλεσμα μακρών περιόδων κατά τις οποίες οι εναλλακτικές λύσεις σταδιακά εκτοπίζονται από τη συλλογική σκέψη. Γι’ αυτό και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες καλούνται να ανακτήσουν τη μνήμη τους. Οι χώρες που έχουν ζήσει τον πόλεμο πρόσφατα γνωρίζουν ότι η αποφυγή του δεν είναι δειλία, αλλά σοφία που αποκτήθηκε με βαρύ τίμημα.
Το μάθημα είναι σαφές: ο πόλεμος δεν είναι αφηρημένος, προβλέψιμος ή ελέγξιμος. Είναι χαοτικός, τραυματικός και μη αναστρέψιμος. Αν αρχίσουμε να μιλάμε γι’ αυτόν με άνεση, τον καθιστούμε πολιτικά αποδεκτό. Η διατήρηση της ειρήνης προϋποθέτει την επαναφορά ενός απλού αλλά κρίσιμου κανόνα: ο πόλεμος πρέπει να παραμένει ανείπωτος. Όχι από φόβο, αλλά από ευθύνη.