Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η επιφυλακτική στάση και η παρατεταμένη σιωπή του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, γύρω από το ζήτημα της Ταϊβάν, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της διήμερης συνόδου κορυφής με τον Κινέζο ηγέτη, Σι Τζινπίνγκ.
Αν και ο Λευκός Οίκος είχε ανακοινώσει τον περασμένο Δεκέμβριο ένα ιστορικό πακέτο εξοπλισμών ύψους 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ταϊπέι προκαλώντας την οργή του Πεκίνου, η αμερικανική πλευρά επέλεξε να κρατήσει χαμηλούς τόνους κατά τις πρόσφατες συνομιλίες, οι οποίες ολοκληρώθηκαν την Παρασκευή.
Παρά τις αρχικές δηλώσεις του Τραμπ ότι το εξοπλιστικό πρόγραμμα θα βρισκόταν ψηλά στην ατζέντα, ο Υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, επιβεβαίωσε ότι το θέμα δεν αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα των συζητήσεων των δύο ηγετών.
Η αυστηρή προειδοποίηση του Πεκίνου και το μήνυμα του Τραμπ
Η επίσημη ενημέρωση από την πλευρά της Κίνας επικεντρώθηκε αποκλειστικά στα αμοιβαία οφέλη της διμερούς συνεργασίας, παραλείποντας οποιαδήποτε ονομαστική αναφορά στην Ταϊβάν.
Ωστόσο, το Πεκίνο φρόντισε να στείλει ένα σαφές μήνυμα, με τον Σι Τζινπίνγκ να προειδοποιεί αυστηρά ότι τυχόν κακοί χειρισμοί στο συγκεκριμένο ζήτημα θα έθεταν τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας σε τροχιά μεγάλου κινδύνου. Αναλυτές ερμηνεύουν τη στάση αυτή ως μια ευθεία προσπάθεια του Πεκίνου να συνδέσει την οικονομική και εμπορική σταθερότητα με τη γεωπολιτική αυτοσυγκράτηση της Ουάσιγκτον στην περιοχή.
Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Fox News, κάλεσε και τις δύο πλευρές να επιδείξουν ψυχραιμία. Ο Αμερικανός Πρόεδρος τόνισε ότι η πάγια γραμμή των ΗΠΑ δεν έχει διαφοροποιηθεί, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι ο λαός της Ταϊβάν θα πρέπει να αντιμετωπίζει με ουδετερότητα τα αποτελέσματα της συνάντησης.
Το φρένο στα εξοπλιστικά και η στρατηγική αμφισημία
Στις δηλώσεις του, ο Τραμπ εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός στο ενδεχόμενο μιας άμεσης αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής για την υπεράσπιση του νησιού, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι δεν επιθυμεί οι ΗΠΑ να διανύσουν χιλιάδες μίλια για να διεξάγουν έναν πόλεμο. Ξεκαθάρισε, μάλιστα, ότι δεν θέλει η Ταϊπέι να εργαλειοποιήσει την αμερικανική υποστήριξη για να κηρύξει μονομερώς την ανεξαρτησία της.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ίδιος αποκάλυψε ότι δεν έχει δώσει ακόμα το πράσινο φως για μια νέα, επικείμενη μεγάλη πώληση όπλων στην Ταϊβάν, ενώ απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση στον Σι Τζινπίνγκ όταν εκείνος τον ρώτησε αν οι ΗΠΑ θα παρενέβαιναν στρατιωτικά σε περίπτωση κινεζικής εισβολής.
Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με την παραδοσιακή πολιτική της «Μίας Κίνας» και το δόγμα της «στρατηγικής αμφισημίας», που επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να προμηθεύει μεν αμυντικό υλικό την Ταϊβάν βάσει του Νόμου περί Σχέσεων του 1979, χωρίς όμως να δεσμεύεται ρητά για τις στρατιωτικές της προθέσεις.
Η αντίδραση της ταϊπέι
Η κυβέρνηση της Ταϊβάν, σχολιάζοντας τις εξελίξεις, εμφανίστηκε καθησυχαστική, εκτιμώντας ότι οι τοποθετήσεις των Τραμπ και Ρούμπιο δείχνουν πως η αμερικανική στρατηγική παραμένει σταθερή.
Η εκπρόσωπος του Προέδρου Λάι Τσινγκ-τε, Κάρεν Κουό, δήλωσε ότι η Ταϊπέι παραμένει προσηλωμένη στη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος (status quo) και στην ειρήνη της περιοχής, υποδεικνύοντας παράλληλα την κλιμακούμενη στρατιωτική δραστηριότητα της Κίνας ως τον μοναδικό παράγοντα αποσταθεροποίησης στον Ινδο-Ειρηνικό.
Σύμφωνα με ειδικούς, η σταδιακή μείωση του χώρου που αφιερώνεται στην Ταϊβάν στα επίσημα αμερικανικά πρακτικά των τελευταίων συναντήσεων αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διπλωματικής ισορροπίας, χωρίς αυτό να σημαίνει —τουλάχιστον προς το παρόν— ριζική ανατροπή στις ανεπίσημες σχέσεις των ΗΠΑ με το αυτοδιοικούμενο νησί.