Οι πολωνικές δυνάμεις ασφαλείας απέτρεψαν πιθανή προβοκάτσια στα σύνορα της χώρας με τον ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, ο οποίος προειδοποίησε παράλληλα για τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης από τη Μόσχα.
Ο Τουσκ δήλωσε την Τρίτη ότι οι πολωνικές και συμμαχικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν προειδοποιήσει εδώ και εβδομάδες για το ενδεχόμενο προκλητικών ενεργειών στα σύνορα με τη Ρωσία, ακόμη και για πιθανή εισβολή ενόπλων σε πολωνικό έδαφος.
Όπως ανέφερε, ενημερώθηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα για ύποπτη δραστηριότητα στη συγκεκριμένη περιοχή, στο βόρειο τμήμα της χώρας. Οι αρμόδιες δυνάμεις κινητοποιήθηκαν άμεσα και, σύμφωνα με τον ίδιο, κατάφεραν να αποτρέψουν ενέργειες που ενδέχεται να είχαν στόχο την πρόκληση έντασης.
«Καταφέραμε να αποτρέψουμε απόπειρες προβοκάτσιας, αν αυτή ήταν η πρόθεση», δήλωσε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί με απόλυτη βεβαιότητα ο σκοπός της ύποπτης δραστηριότητας.
Ο Πολωνός πρωθυπουργός εκτίμησε ότι η ένταση και η κλιμάκωση από τη ρωσική πλευρά ενδέχεται να συνεχιστούν, ζητώντας από τις υπηρεσίες ασφαλείας να διατηρήσουν υψηλό επίπεδο επαγρύπνησης απέναντι σε ενδεχόμενες επιχειρήσεις δολιοφθοράς ή άλλες προκλήσεις.
Η Πολωνία, ως μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται στην ανατολική πτέρυγα των δύο οργανισμών και αποτελεί βασικό κόμβο για τη μεταφορά δυτικής στρατιωτικής και ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Ουκρανία.
Από τη ρωσική εισβολή το 2022, η Βαρσοβία έχει επανειλημμένα κατηγορήσει τη Μόσχα για ενέργειες αποσταθεροποίησης και δολιοφθορές. Τον Σεπτέμβριο, ο Τουσκ είχε προειδοποιήσει ότι η ρωσική στρατηγική περιλαμβάνει και υβριδικές επιθέσεις με drones και πυραύλους εναντίον χωρών που στηρίζουν το Κίεβο.
Κατηγορίες για ρωσική παρέμβαση στην κρίση του Συνταγματικού Δικαστηρίου
Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τουσκ κατηγόρησε τη Ρωσία ότι επιχειρεί να ενισχύσει την πολιτική αστάθεια στην Πολωνία, αξιοποιώντας την αντιπαράθεση ανάμεσα στη φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση και τον εθνικιστή πρόεδρο της χώρας, Κάρολ Ναβρότσκι, σχετικά με τη λειτουργία και τη σύνθεση του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Η κρίση κλιμακώθηκε το Σαββατοκύριακο, με αφορμή τον διορισμό δικαστών, μετατρέποντας τη μέχρι πρότινος υποβόσκουσα σύγκρουση μεταξύ της κυβέρνησης και του προέδρου σε ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση.
Την Παρασκευή, αστυνομικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση ταραχών αναπτύχθηκαν στον χώρο του δικαστηρίου, προκειμένου να εμποδίσουν την πρόσβαση. Την ίδια ώρα, ο υπουργός Δικαιοσύνης και γενικός εισαγγελέας ζήτησε την άρση της ασυλίας του Μπόγκνταν Σβιεντσκόφσκι, ο οποίος είχε διοριστεί πρόεδρος του δικαστηρίου από το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS).
Παράλληλα, δικαστής που διορίστηκε πρόσφατα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ανακοίνωσε ότι αναλαμβάνει προσωρινά την ηγεσία του δικαστηρίου και ότι αναστέλλονται τα καθήκοντα του Σβιεντσκόφσκι.
Η αντιπαράθεση προκάλεσε αντιδράσεις και στη Ρωσία, με πολιτικούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, να χαρακτηρίζουν «πραξικόπημα» τις ενέργειες της κυβέρνησης Τουσκ.
Ο Πολωνός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η Μόσχα και φιλορωσικοί πολιτικοί επιχειρούν να επηρεάσουν την εξέλιξη της κρίσης, τόσο από το εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της χώρας.
«Όλοι γνωρίζουμε τη ρωσική μέθοδο ανάμειξης σε εσωτερικές διαμάχες», ανέφερε, συνδέοντας τις ενέργειες αυτές με προσπάθειες υποκίνησης εντάσεων, τόσο γύρω από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ όσο και στο εσωτερικό της Πολωνίας.
Η ρωσική πρεσβεία στη Βαρσοβία δεν είχε απαντήσει μέχρι στιγμής σε αίτημα του Reuters για σχολιασμό των καταγγελιών.
Παρά την έντονη πολιτική και προσωπική αντιπαλότητά τους, τόσο ο Τουσκ όσο και ο Ναβρότσκι διατηρούν επικριτική στάση απέναντι στη Ρωσία, ιδίως μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ενώ υποστηρίζουν την αύξηση των αμυντικών δαπανών, θεωρώντας τις ενέργειες της Μόσχας απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.