Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη εμφανίζεται βαθιά καχύποπτη απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και τη νέα αμερικανική διοίκηση, με την πλειονότητα των πολιτών να θεωρεί πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες παράγοντα αστάθειας και όχι αξιόπιστο σύμμαχο. Σύμφωνα με έρευνα του ινστιτούτου Cluster 17 σε επτά ευρωπαϊκές χώρες, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Le Grand Continent, το 51% των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει τον Αμερικανό πρόεδρο «εχθρό της Ευρώπης», ενώ μόλις το 8% τον βλέπει ως «φίλο».
Αντίστοιχα διχασμένες, αλλά σαφώς πιο επιφυλακτικές, είναι και οι απόψεις για τη στάση που πρέπει να τηρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στην Ουάσιγκτον: το 46% τάσσεται υπέρ μιας πολιτικής αντίστασης και διεκδίκησης, το 44% υπέρ του συμβιβασμού, ενώ μόλις το 10% υποστηρίζει πλήρη ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το εύρημα ότι το 73% θεωρεί πως η Ευρώπη οφείλει να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις για την άμυνά της, χωρίς να υπολογίζει στη στρατιωτική ομπρέλα των Ηνωμένων Πολιτειών — στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση περί «στρατηγικής αυτονομίας» της Ε.Ε.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του κλίματος φαίνεται πως έπαιξε η υπόθεση της Γροιλανδίας, μετά τις δημόσιες τοποθετήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης που άφηναν ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο προσάρτησης του νησιού, αποσπώντας το από τη Δανία. Αν και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, κατέληξε σε έναν προσωρινό συμβιβασμό με την Ουάσιγκτον στο περιθώριο του Φόρουμ του Νταβός —οδηγώντας τον Τραμπ να αποσύρει την απειλή επιβολής τιμωρητικών δασμών σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες— το πλήγμα στην εμπιστοσύνη θεωρείται ήδη βαθύ και πιθανώς μη αναστρέψιμο.
Παρά την αποκλιμάκωση, οι Ευρωπαίοι ηγέτες προχώρησαν κανονικά σε έκτακτη σύνοδο κορυφής. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, τόνισε ότι οι σχέσεις συμμάχων οφείλουν να βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία έχουν λόγο για το καθεστώς του νησιού. Διαμήνυσε επίσης ότι η Ε.Ε. διαθέτει τα μέσα να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της απέναντι σε κάθε μορφή οικονομικού ή πολιτικού καταναγκασμού.
Στο ίδιο πνεύμα, η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παρουσίασε τη νέα ευρωπαϊκή γραμμή απέναντι στις ΗΠΑ σε τέσσερις άξονες: αυστηρότητα, διαρκή επαφή, ετοιμότητα και ενότητα. Προανήγγειλε μάλιστα αυξημένη χρηματοδότηση για τη Γροιλανδία στον επόμενο κοινοτικό προϋπολογισμό και άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο κοινών αμυντικών επενδύσεων ειδικά προσαρμοσμένων στις συνθήκες της Αρκτικής, όπως η κατασκευή ευρωπαϊκού παγοθραυστικού.
Ωστόσο, στο παρασκήνιο επικρατεί αβεβαιότητα. Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, δήλωσε ότι αγνοεί τις λεπτομέρειες της όποιας συμφωνίας, ενώ η Δανή πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν μετέβη στη Νουούκ για να στείλει μήνυμα πολιτικής στήριξης και να αποσαφηνίσει τις προθέσεις των συμμάχων. Κοπεγχάγη και Γροιλανδία εμφανίζονται διατεθειμένες να συζητήσουν ενισχυμένη αμερικανική παρουσία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα τεθεί ζήτημα κυριαρχίας — μια «κόκκινη γραμμή» που, ωστόσο, πολλοί θεωρούν περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ εξασφάλισαν πλήρη και μακροπρόθεσμη πρόσβαση στο νησί, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες θα τεθούν περιορισμοί σε κινεζικές και ρωσικές επενδύσεις. Αναλυτές επισημαίνουν ότι μια επικαιροποίηση της στρατιωτικής συμφωνίας ΗΠΑ–Δανίας του 1951 θα μπορούσε να επιτρέψει δραστηριότητες που στην πράξη θα καθιστούν τις αμερικανικές βάσεις σχεδόν εξωεδαφικές ζώνες.
Το ευρύτερο πρόβλημα, ωστόσο, ξεπερνά τη Γροιλανδία. Ευρωπαίοι διπλωμάτες μιλούν για μια θεμελιώδη αλλαγή φιλοσοφίας στην Ουάσιγκτον, όπου οι συμμαχίες αντιμετωπίζονται πλέον με όρους συναλλαγής και πίεσης. Σε δηλώσεις τους στο Politico, αξιωματούχοι από εννέα χώρες της Ε.Ε. έκαναν λόγο για απώλεια εμπιστοσύνης και «προδοσία» των παραδοσιακών διατλαντικών δεσμών, επισημαίνοντας ότι η απογοήτευση είναι εντονότερη σε κράτη που ιστορικά υπήρξαν από τους πιο πιστούς συμμάχους των ΗΠΑ.
Χαρακτηριστική ήταν και η παρέμβαση του πρώην γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, ο οποίος δήλωσε πως «η εποχή της καλοσύνης τελείωσε» και ότι η Ευρώπη οφείλει πλέον να προετοιμαστεί για μια πιο συγκρουσιακή σχέση με την Ουάσιγκτον. Άλλοι διπλωμάτες εκτιμούν ότι, ακόμη κι αν υπάρξει προσωρινή εξομάλυνση, «δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν» και ότι η Ευρώπη θα πρέπει ταυτόχρονα να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με τον Τραμπ και να επενδύει συστηματικά στη δική της στρατηγική ανεξαρτησία.
Πιο μετριοπαθή στάση κράτησε ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος κάλεσε τους Ευρωπαίους να μην εγκαταλείψουν βιαστικά τη διατλαντική σχέση, υπογραμμίζοντας ότι, παρά τις εντάσεις, το ΝΑΤΟ και η συνεργασία με τις ΗΠΑ παραμένουν κρίσιμα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ωστόσο, ακόμη και στο Βερολίνο αναγνωρίζεται πλέον ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου η αυτάρκεια στην άμυνα και την οικονομία δεν αποτελεί επιλογή πολυτελείας, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα.