Οι πρώτες ποσότητες ρωσικού ντίζελ αναμένεται να φτάσουν τις επόμενες εβδομάδες στις ΗΠΑ, έπειτα από τη συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για την άρση των κυρώσεων κατά της Μόσχας για έξι μήνες. Οι πρώτοι 300.000 τόνοι κάνουν μικρή διαφορά σε σχέση με την αμερικανική κατανάλωση.
Σημασία έχει το πολιτικό μήνυμα, που είναι δυσάρεστο για την Ουκρανία και ιδιαίτερα για την Ευρώπη, η οποία έχει διακόψει τις προμήθειες από τη Ρωσία. Ενδέχεται μάλιστα ένα μικρό μέρος αυτού του ντίζελ να καταλήξει στην Ευρώπη σε υψηλότερη τιμή, με τους καταναλωτές να πληρώνουν το κόστος.
Το ερώτημα είναι γιατί οι ΗΠΑ, η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα, με παραγωγή που πλησιάζει τα 14 εκατ. βαρέλια την ημέρα και μεγαλύτερη από τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ μαζί, χρειάζονται ρωσικό ντίζελ για να υποχωρήσουν οι τιμές στα πρατήρια. Η βενζίνη κοστίζει περίπου 4,36 δολάρια το γαλόνι, 41% περισσότερο από πέρσι, ενώ το ντίζελ έχει εκτοξευθεί κατά 71% στα 6,28 δολάρια.
Το πρόβλημα, εξηγεί ο Εντ Κρουκς της Wood Mackenzie, δεν είναι μόνο πόσο πετρέλαιο εξάγεται, αλλά πού παράγεται, πώς μεταφέρεται και ποια διυλιστήρια μπορούν να το επεξεργαστούν. Το αργό δεν είναι το ίδιο με τη βενζίνη ή το ντίζελ, που παράγονται στα διυλιστήρια.
Στις ΗΠΑ η παραγωγή καθορίζεται από εκατοντάδες αποφάσεις ιδιωτικών εταιρειών και όχι από την κυβέρνηση, όπως στις χώρες του ΟΠΕΚ, ενώ η έλλειψη δυναμικότητας διύλισης δεν λύνεται γρήγορα.
Οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν επίσης εφεδρική παραγωγική ικανότητα που να ενεργοποιείται άμεσα, και οι εταιρείες παράγουν για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη των μετόχων. Έτσι οι πετρελαϊκές επωφελούνται από τις υψηλές τιμές, ενώ το βάρος πέφτει στους καταναλωτές.
Η Κρίστιν Χότνερ της Vontobel σημειώνει ότι, αν και τα ισοζύγια αργού βελτιώνονται, το κύριο σημείο συμφόρησης έχει μετατοπιστεί στα διυλισμένα προϊόντα και ιδίως στο ντίζελ. Το καύσιμο πλήττεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς και οι δύο πλευρές έχουν καταστήσει στόχο τη βιομηχανία ντίζελ.
Σε Ρωσία και Μέση Ανατολή εκτιμάται ότι 5 έως 6 εκατ. βαρέλια ντίζελ είναι εκτός λειτουργίας, και οι διαταραχές από τις ουκρανικές επιθέσεις είναι απίθανο να εκλείψουν σύντομα. Οι προσδοκίες για ισχυρή ανάκαμψη των κινεζικών εξαγωγών μπορεί να είναι υπερβολικά αισιόδοξες, ενώ οι ναύλοι μεταφοράς αργού από τη Μέση Ανατολή προς την Ασία έχουν εκτοξευθεί από 100.000 δολάρια σε 1,6 εκατ. την ημέρα.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι τα διυλιστήρια αντιμετωπίζουν δίλημμα: να δεχθούν πολύ υψηλότερο κόστος προμήθειας, να στραφούν σε λιγότερο κατάλληλα αργά και να μειώσουν τις αποδόσεις, ή να περιορίσουν τη δραστηριότητα, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις αγορές.
Το υψηλό κόστος μεταφοράς μπορεί έτσι να οδηγήσει σε λιγότερη επεξεργασία πετρελαίου, ακριβώς όταν χρειάζεται να αναπληρωθούν τα αποθέματα που χάθηκαν στον πόλεμο. Παράγοντες της αγοράς μιλούν για «παράδοξο»: το κόστος μεταφοράς απειλεί να γίνει νέο εμπόδιο στην παραγωγή των απαραίτητων διυλισμένων προϊόντων.