Στο Πεκίνο μεταβαίνει από τις 13 έως τις 17 Ιανουαρίου ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, στην πρώτη επίσκεψη Καναδού πρωθυπουργού στην Κίνα από το 2017, καθώς η Οτάβα επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από την αμερικανική αγορά ενόψει της αβέβαιης εμπορικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ. Στόχος του ταξιδιού είναι η ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς όπως το εμπόριο, η ενέργεια, η αγροτική παραγωγή και η διεθνής ασφάλεια, με τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Καναδά.
Η επίσκεψη είχε συμφωνηθεί κατ’ αρχήν τον Οκτώβριο, όταν ο Κάρνεϊ και ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ συναντήθηκαν στη Νότια Κορέα και τόνισαν την ανάγκη επανεκκίνησης των διμερών επαφών μετά από χρόνια επιδείνωσης των σχέσεων. Το ταξίδι πραγματοποιείται σε μια περίοδο έντασης στο εμπορικό μέτωπο: τον Αύγουστο, η Κίνα επέβαλε προσωρινούς δασμούς αντιντάμπινγκ στην καναδική ελαιοκράμβη (canola), έναν χρόνο αφότου ο Καναδάς είχε επιβάλει δασμούς 100% στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα.
Για την καναδική κυβέρνηση, η διαφοροποίηση των εξαγωγών θεωρείται πλέον στρατηγική αναγκαιότητα, καθώς η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε πολιτικές αποφάσεις της Ουάσιγκτον. Παράλληλα, η επίσκεψη στέλνει μήνυμα ότι η Οτάβα επιδιώκει μια πιο αυτόνομη προσέγγιση έναντι της Κίνας, ακόμη κι αν αυτό δημιουργεί τριβές με τις προσδοκίες των ΗΠΑ για στενή ευθυγράμμιση των συμμάχων.
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το διακύβευμα για τον αγροτικό τομέα, καθώς οι κινεζικοί δασμοί απειλούν εξαγωγές αξίας δισεκατομμυρίων και πιέζουν τους Καναδούς παραγωγούς να ανακτήσουν πρόσβαση στη μεγαλύτερη αγορά τους. Ωστόσο, η αποκατάσταση των εμπορικών ροών ενδέχεται να προϋποθέτει συμβιβασμούς σε ανοιχτά ζητήματα, όπως οι καναδικοί δασμοί στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα.
Σε διπλωματικό επίπεδο, μια επιτυχής επαναπροσέγγιση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο και για άλλους συμμάχους των ΗΠΑ που επιδιώκουν να ισορροπήσουν μεταξύ στενών δεσμών ασφαλείας με την Ουάσιγκτον και οικονομικών ευκαιριών με το Πεκίνο. Το ταξίδι του Κάρνεϊ αναμένεται να θέσει τις βάσεις για πιο τακτικό υψηλόβαθμο διάλογο, με προοπτική σταδιακής ομαλοποίησης των σχέσεων και διεύρυνσης της συνεργασίας πέρα από τον αγροτικό τομέα.