Σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης των κλυδωνιζόμενων σχέσεων μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη, ο Ντόναλντ Τραμπ μεταβαίνει στο Πεκίνο την επόμενη εβδομάδα για μια ιστορική συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ.
Πρόκειται για την πρώτη επίσκεψη Αμερικανού προέδρου στην Κίνα εδώ και σχεδόν μια δεκαετία, η οποία πραγματοποιείται σε μια συγκυρία έντονης στρατηγικής αντιπαλότητας, εμπορικών διενέξεων και γεωπολιτικής αστάθειας λόγω του μετώπου στο Ιράν και των εντάσεων στην Ταϊβάν.
Παρά τη βαθιά αμοιβαία δυσπιστία, οι δύο πλευρές επιδιώκουν περιορισμένες συμφωνίες που θα μπορούσαν να προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση στις παγκόσμιες αγορές.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών αναμένεται να βρεθεί η οικονομία, με τον Τραμπ να στοχεύει σε άμεσα αποτελέσματα ενόψει των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών. Οι διαπραγματεύσεις αφορούν τη δημιουργία ενός νέου εμπορικού μηχανισμού και τη δέσμευση της Κίνας για μαζικές αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, ενέργειας και αεροσκαφών της Boeing, συμπεριλαμβανομένων των 737 MAX. Την ίδια στιγμή, η ατζέντα περιλαμβάνει το ακανθώδες ζήτημα της τεχνολογίας, με το Πεκίνο να ζητά χαλάρωση των περιορισμών στους ημιαγωγούς και την Ουάσιγκτον να πιέζει για την άρση των κινεζικών ελέγχων στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, που πλήττουν την αμερικανική βιομηχανία.
Η κρίση στον Περσικό Κόλπο προσθέτει μια νέα διάσταση στη σύνοδο, καθώς οι ΗΠΑ καλούν την Κίνα να συνδράμει στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Αν και το Πεκίνο ανησυχεί για την ενεργειακή του ασφάλεια, αναμένεται να κρατήσει αποστάσεις από τη στρατηγική της Ουάσιγκτον, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτούς διαύλους με την Τεχεράνη. Ωστόσο, το πλέον εύφλεκτο ζήτημα παραμένει η Ταϊβάν. Η Κίνα φαίνεται να πιέζει για μια αυστηρότερη διπλωματική διατύπωση από την πλευρά των ΗΠΑ, που θα αντιτίθεται ρητά στην ανεξαρτησία του νησιού, μια κίνηση που θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες στην περιοχή. Παρά τις προσδοκίες για μια «τεχνική» σταθεροποίηση, οι δομικές διαφορές των δύο υπερδυνάμεων παραμένουν αγεφύρωτες, καθιστώντας τη σύνοδο περισσότερο μια άσκηση διαχείρισης κρίσης παρά μια αφετηρία ουσιαστικής συμφιλίωσης.