17-20 Αυγούστου 1922 – Μάχη του Αλή Βεράν: Η αρχή του τέλους της Εκστρατείας του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία

 
Η μάχη του Αλή Βεράν

Ενημερώθηκε: 20/08/23 - 19:39

Του Λεωνίδα Σ. Μπλαβέρη

Στις 20 Αυγούστου 1922, δηλαδή σαν σήμερα πριν από 101 χρόνια, ολοκληρώθηκε – δυστυχώς όχι με θετικά για τα ελληνικά όπλα αποτελέσματα – η τετραήμερης διάρκειας σύγκρουση που έμεινε στην ιστορία ως «η Μάχη του Αλή Βεράν» για εμάς ή «η Μάχη του Αρχιστρατήγου» για τους Τούρκους, που οδήγησε στο τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας του Στρατού μας στη γη της Ιωνίας (1919-1922), και την καταστροφή του εκεί για αιώνες ακμάζοντος Ελληνισμού και τον ξεριζωμό του.      

Η μάχη του Αλή Βεράν (17-20 Αυγούστου 1922) σημειώθηκε στην τελική φάση της Μικρασιατικής εκστρατείας, γεωγραφικώς, σε ένα στενό πέρασμα μεταξύ των δίδυμων λόφων του Κιουτσούκ και του Μπουγιούκ Αντά, στους πρόποδες των ορέων Μουράτ, Χασάν Ντεντέ και Αντά Τεπέ.

Οι εμπλεκόμενες στη μάχη δυνάμεις ήταν οι εξής: 

Έλληνες

Τα Α΄ και Β΄ Σώματα Στρατού, υποστηριζόμενα από τις ΙΧ (9η), ΧΙΙ (12η) και ΧΙΙΙ (13η) Μεραρχίες Πεζικού, με διοικητές τον Υποστράτηγο Νικόλαο Τρικούπη (Α’ΣΣ) και Κίμωνα Διγενή (Β’ ΣΣ) αντιστοίχως.  

Τούρκοι

Πολυπληθέστερα τμήματα υπό την ηγεσία του ίδιου του ηγέτη των Τούρκων Μουσταφά Κεμάλ, που αποτελούσαν και τον κύριο όγκο της συνολικής δυνάμεως  του Τουρκικού στρατού.

Η έκβαση της μάχης υπήρξε ολέθρια για την ελληνική πλευρά, καθώς η πλειοψηφία των Ελλήνων στρατιωτών είτε φονεύθηκε, τραυματίσθηκε ή παραδόθηκε, ενώ επακολούθησε σφαγή αρκετών εκ των τραυματισμένων (και μέρους ακόμη των συλληφθέντων Ελλήνων), από Τούρκους ατάκτους και χωρικούς.

Τι προηγήθηκε

Ξημερώματα της 15 Αυγούστου 1922 εκδηλώθηκε η κύρια αντεπίθεση των τουρκικών δυνάμεων, στον πλέον αφύλακτο νότιο τομέα του Ελληνικού μετώπου, στο Αφιόν Καραχισάρ.

Αρχικώς (16 Αυγούστου), η επίθεση αποκρούσθηκε από την ελληνική IV (4η)  Μεραρχία Πεζικού στην τοποθεσία Χαμούρκιοϊ-Ιμπουλάκ, με σοβαρές ελληνικές απώλειες, αλλά τα ελληνικά τμήματα κυκλώθηκαν από τους Τούρκους με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να υποχωρήσουν ενώπιον υπερτέρων δυνάμεων, προς δυσμάς, τις πρώτες νυκτερινές ώρες. 

Παράλληλα, η XII Μεραρχία συμπτύχθηκε επιτυχώς, με τη βοήθεια των 33ου και 43ου Συνταγμάτων Πεζικού, που ανέκοψαν την προέλαση της 5ης Μεραρχίας Πεζικού και της 1ης Μεραρχίας Ιππικού των Τούρκων, προξενώντας τους σημαντικές απώλειες.

Μετά τις πρώτες 48ώρες της συγκρούσεως κατεδείχθη, ότι ο Ελληνικός στρατός είχε απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, ενώ η ηγεσία του βρέθηκε σε κατάσταση πρωτοφανούς συγχύσεως, καθώς οι Διοικητές της Ι Μεραρχίας Υποστράτηγος Αθανάσιος Φράγκος και ο Διοικητής του Α΄ΣΣ Υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και να καταστρώσουν ένα κοινό σχέδιο ενεργείας και δράσεως.

Αντίθετα, οι Τούρκοι, όπως αποδεικνύεται και εκ του αποτελέσματος, είχαν καταρτίσει ένα απλό αλλά αποτελεσματικό σχέδιο εγκλωβισμού και εξολοθρεύσεως του Ελληνικού στρατού. Μετά τον πόλεμο, ο Κεμάλ μιλώντας ενώπιον της Τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως τόνισε σχετικώς, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η ιδέα μας ήταν να δώσουμε μία μάχη συντριβής, συγκεντρώνοντας τις κύριες δυνάμεις μας επί μιας πτέρυγας, εάν ήτο δυνατό, έναντι της εξωτερικής πτέρυγας του εχθρού.

Βρήκαμε ως λύση ορθή να συγκεντρώσουμε τις κύριες δυνάμεις μας νότια της δεξιάς πτέρυγας του εχθρού, η οποία βρισκόταν στη περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ και μεταξύ του ποταμού Τσάϊ και του Τουμλού Μπουνάρ. Εκεί βρισκόταν η σπουδαιότερη και η μάλλον εύτρωτος τοποθεσία του εχθρού. Υπήρχε η αντίληψη ότι το αποτέλεσμα θα ήταν ταχύ και αποφασιστικό εάν επιτιθέμεθα εκ της πλευράς αυτής».

Συμφώνως με την επίσημη ιστορία του ΓΕΣ «…Πρόθεση του Τρικούπη ήταν να κατευθυνθεί προς το Μπανάζ, όπου βρισκόταν η δύναμη του Φράγκου και σύμφωνα με τη διαταγή του αρχιστράτηγου Χατζανέστη, να ενωθεί μαζί του και να υποχωρήσουν συντεταγμένα προς τη Σμύρνη. 

Ωστόσο, ο εχθρός τον καθήλωσε και τον υποχρέωσε να οδηγήσει τις μονάδες του στο στενό του Αλή Βεράν, όπου είχε (ο εχθρός) προβεί στην εγκατάσταση ισχυρών οχυρωματικών θέσεων με μονάδες πυροβολικού.

Οι έλληνες στρατιώτες εγκαταστάθηκαν στους δίδυμους λόφους Αντά, επιστρατεύοντας κάθε διαθέσιμη εφεδρεία.

Ενώ η μάχη μαινόταν αμφίρροπη, ένας απεσταλμένος του διοικητή του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων (Ανθλγος Κωνσταντίνος Καραμάνος) κατέφθασε στο αρχηγείο του Τρικούπη και του μετέφερε μήνυμα σύμφωνα με το οποίο (Επίσημη Έκθεση-Αναφορά Νικόλαου Τρικούπη): «Ότι αποσταλείς σύνδεσμος μου ανέφερε προφορικώς, ότι ύπήρχεν ήμιονική οδός, ήτη έκ τού χώρου τής μάχης εβαίνε προς τήν ύπό τού συνταγματάρχου Πλαστήρα κατεχομένην θέσιν, πρός νύκτα, εάν έπεθύμουν.

Δεδομένου, όμως, ότι αί μονάδες εστερούντο τελείως, ου μόνον τροφών, αλλά καί ανεφοδιασμού, αν βεβαίως δέν θά επετύγχανον επί τών κορυφών τών ορέων τού Τουμλού Μπουνάρ, διά τούτο απεφάσισα, εάν ή μάχη εξειλίσσετο ομαλώς, μέχρις επελεύσεως τού σκότους, νά κατευθύνω τά στρατεύματα πρός Μπανάζ, όπου, ώς έκ τής προστασίας τού αποσπάσματος Πλαστήρα επί τού Χασάν Ντεντέ Τεπέ, υπήρχε μεγίστη πιθανότης νά συναντηθώ μετά τών Μεραρχιών 1ης και 7ης…».

Ο Τρικούπης, με τη σύμφωνη γνώμη του συναδέλφου του διοικητή του Β’ ΣΣ, αποφάσισε να μην υποχωρήσει άμεσα αλλά να συνεχίσει προς Μπουνάρ.

Από εκεί και μετά όλα είναι πλέον Ιστορία. 

Οι ελληνικές δυνάμεις παρά τον επί μέρους ηρωικό αγώνα των ανδρών και μικρών μονάδων, που ήταν κυριολεκτικώς αγώνας και για τη δική τους επιβίωση, δεν μπόρεσαν να αντιτάξουν άμυνα επί μακρό διάστημα, καθώς τα τακτικά λάθη των ηγεσιών τους αποδείχτηκαν καθοριστικής σημασίας για την ελληνική ήττα, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή που ακολούθησε!

Εξαίρεση αποτέλεσε η συντεταγμένη υποχώρηση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, που με διοικητή τον θρυλικό Συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα, κάλυψε επιτυχώς την υποχώρηση της Ιης Μεραρχίας, υποχρεώνοντας τον αντίπαλο Τούρκο Διοικητή Ρεσάτ Μπέη, ο οποίος απέτυχε να ανατρέψει τους Έλληνες από τη θέση τους στο ύψωμα 1310 εντός μίας ώρας, όπως είχε υποσχεθεί στο Κεμάλ, ν’ αυτοκτονήσει από ευθιξία.

Παρόλα αυτά οι Τούρκοι κατέλαβαν ένα στρατηγικής σημασία σημείο, το Δασωμένο Λόφο, γεγονός που τους επέτρεψε να ελέγχουν ολόκληρη τη γραμμή του μετώπου. Εκεί έπεσαν μαχόμενοι – μεταξύ άλλων – ο Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Τσάκαλος. Εκεί έπεσε επίσης μαχόμενος μέχρις εσχάτων και ο Αντισυνταγματάρχης Αθανάσιος Σακέτας, ο οποίος αρνήθηκε να παραδοθεί στους Τούρκους και διέταξε γενική επίθεση «αυτοκτονίας» των ανδρών του. Εκεί εξολοθρεύτηκε ολοσχερώς και ο Ουλαμός των Υποψήφιων Εφέδρων Αξιωματικών, που πολεμούσαν ως απλοί στρατιώτες! 

Τη νύκτα 17/18 Αυγούστου 1922, τα τμήματα του Τρικούπη προσπάθησαν να αναζητήσουν δίοδο σωτηρίας προς το Ουσάκ όπου γνώριζαν ότι θα βρισκόταν ο Φράγκου με τους άνδρες του. Όμως, αποπροσανατολίσθηκαν στα μονοπάτια του όρους Μουράτ Νταγ και έχασαν το δρόμο τους περιπλανώμενα, με αποτέλεσμα να φτάσουν έπειτα από τρεις ολόκληρες ώρες στην περιοχή Ογιουτσούκ, όπου δεν βρισκόταν πλέον ο Συνταγματάρχης Πλαστήρας με το 5/42 Σ.Ε., ο οποίος είχε αποχωρήσει δύο ώρες νωρίτερα.

Εκεί, ο Τρικούπης διστάζει για μία ακόμα φορά. Το στενό πέρασμα κατεχόταν πλέον από το τουρκικό ιππικό και ο Τρικούπης δίστασε να διατάξει την με εφ’όπλου λόγχη διάσπαση των εχθρικών θέσεων. Αυτό το επιχειρεί μόνο ο Συνταγματάρχης Γαρδίκας, Διοικητής της ΙΧ (9ης) Μεραρχίας, ο οποίος κατορθώνει το στόχο του, φτάνοντας στην αμαξιτή οδό Τσεντές – Ουσάκ διαφεύγοντας από την παγίδα.

Στις 19 Αυγούστου οι δυνάμεις των Τρικούπη και Διγενή, που ακολουθούνταν από άμαχους πρόσφυγες ελληνικής και αρμένικης καταγωγής, μετέβαλλαν εκ νέου την πορεία τους και μάλιστα δύο φορές (!), σε μία προσπάθειά τους να αποφύγουν τις τουρκικές δυνάμεις που τους καταδίωκαν.

Στις 20 Αυγούστου εισήλθαν στο τουρκικό χωριό Καρατζά Χισάρ, συμπληρώνοντας ένα 4μερο συνεχών πορειών εναλλασσομένων με σκληρότατες μάχες, όπου πληροφορήθηκαν ότι το Ουσάκ είχε καταληφθεί. Εκεί, μετά και την άρνηση των ανδρών τους να συνεχίσουν να μάχονται, πλήρως εξουθενωμένοι σωματικά και ψυχικά, οι Τρικούπης και Διγενής, παρά τις αντιρρήσεις του Ταγματάρχη Βλάχου, ο οποίος έσχισε τις επωμίδες του διαμαρτυρόμενος εντόνως, παραδόθηκαν στους Τούρκους, γινόμενοι έτσι οι πρώτοι Έλληνες στρατηγοί στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού οι οποίοι παραδόθηκαν στους εχθρούς!

Κατ’ ειρωνικό τρόπο, ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ ενημέρωσε τον Τρικούπη, ότι είχε προαχθεί σε Αντιστράτηγο, μετά την παύση του ως Αντιστρατήγου Χατζανέστη.

Σημειώνεται ότι πλήθος από τους Μικρασιατικής καταγωγής εθελοντές του Ελληνικού Στρατού προτίμησαν να αυτοκτονήσουν αντί να παραδοθούν ζωντανοί στους Τούρκους, οι οποίοι θα τους εκτελούσαν μετά από βασανιστήρια επί τόπου, ως ενόχους εσχάτης προδοσίας, αφού, τυπικώς, για τους Τούρκους θεωρούνταν «Τούρκοι υπήκοοι»

Το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής στρατιάς της Μικράς Ασίας είχε ηττηθεί ή αιχμαλωτισθεί. Μια φάλαγγα 1.500 ανδρών, με 82 αξιωματικούς υπό την ηγεσία του Υποστράτηγου Δημ. Δημαρά και του Συνταγματάρχη Κολλιδόπουλου παραδόθηκε στο όρος Μουράτ Νταγ, έχοντας μείνει χωρίς τροφή και πυρομαχικά. Μόνο μια μεγάλη μονάδα, η φάλαγγα υπό τον Συνταγματάρχη Γαρδίκα με το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών της ΙΧ Μεραρχίας, κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία. Επίσης, περίπου 200 άνδρες κατόρθωσαν να διαφύγουν την αιχμαλωσία υπό την ηγεσία του… Δεκανέα (!) Κομνηνού Πυρομάγλου, του μετέπειτα εκ των συνιδριτών του ΕΔΕΣ και πολιτικού, ο οποίος ενώθηκε με το 5/42 Σ.Ε του Πλαστήρα, όπου γνώρισε και τον ίδιο με τον οποίο συνεργάστηκαν αργότερα πολύ στενά στον πολιτικό βίο.

Συμφώνως με την επίσημη ιστορία του ΓΕΣ/ΔΙΣ οι ελληνικές απώλειες της Μάχης του Αλή Βεράν ανήλθαν σε 2.000 νεκρούς, 4.000 τραυματίες και επιπλέον 190 αξιωματικούς, συμπεριλαμβανομένου και του Αντιστρατήγου Τρικούπη και σχεδόν 4.500 στρατιωτών, που αιχμαλωτίστηκαν.

Μετά την ήττα στη Μάχη του Αλή Βεράν άνοιξαν οι πύλες της κολάσεως για την καταστροφή της Σμύρνης, η αρχή του τέλους για το ξερίζωμα του από αιώνων Ελληνισμού της Μικρασίας με τα γνωστά, θλιβερά, αποτελέσματα.   

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ