Ντάριο Γκαμπάι, ο Θεσσαλονικιός Ζόντερκομαντο του Άουσβιτς

Ντάριο Γκαμπάι, ο Θεσσαλονικιός Ζόντερκομαντο του Άουσβιτς
Ενημερώθηκε: 09/04/20 - 10:31

Βίωσε στο Άουσβιτς καταστάσεις «που δεν χωράει ανθρώπου νους», επέζησε της ναζιστικής θηριωδίας και άφησε την τελευταία του πνοή σε μια εποχή που ολόκληρος ο πλανήτης δίνει μια άλλη μάχη εναντίον ενός αόρατου, τούτη τη φορά, εχθρού.

Ο Θεσσαλονικιός στην καταγωγή, 97χρονος Ντάριο Γκαμπάι, ένας από τους τελευταίους Ζόντερκομαντο (Sonderkommando) του Άουσβιτς πέθανε τούτες τις μέρες στις ΗΠΑ -όχι από κορονοϊό μεσούσης της πανδημίας, αλλά σε βαθειά γηρατειά- και κηδεύτηκε με ελάχιστους ανθρώπους να παρακολουθούν διαδικτυακά την εξόδιο ακολουθία και την ταφή.

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1922, από Ελληνίδα μητέρα και Ιταλό πατέρα, ο Ντάριο Γκαμπάι, φοίτησε σε ιταλικά σχολεία στην Ελλάδα, αλλά στις 24 Μαρτίου 1944 συνελήφθη μαζί με την οικογένειά του και μεταφέρθηκε στο κολαστήριο του Άουσβιτς, όπου είδε τα περισσότερα στενά συγγενικά του πρόσωπα να οδηγούνται στους θαλάμους αερίων, εκεί όπου λίγο αργότερα θα αναλάμβανε το μακάβριο έργο της τροφοδοσίας των αχόρταγων κρεματορίων με δυστυχισμένα πλάσματα, ως μέλος της ομάδας των Ζόντερκομαντο, οι περισσότεροι εκ των οποίων, μετά το τέλος της «δουλείας», δολοφονούνταν και οι ίδιοι εν ψυχρώ από τους Ναζί. Ο Ντάριο Γκαμπάι είχε το θλιβερό «προνόμιο» να ανήκει σε αυτή την ομάδα, που επ' απειλή εκτέλεσης, έπρεπε να απομακρύνουν τα πτώματα από τους θαλάμους και να τα μεταφέρουν στους φούρνους του κρεματορίου.

Οι εικόνες που αντίκριζε κάθε φορά που άνοιγαν οι «πύλες της κολάσεως» των θαλάμων αερίων είχαν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη του, αν και από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να τις σβήσει για να μπορέσει να επιβιώσει. «Έβλεπα τις μάνες με τα παιδιά στην αγκαλιά, όρθιες, γιατί οι θάλαμοι αερίων χωρούσαν 500 άτομα κι αυτοί ήταν 2,5-3 χιλιάδες και όλοι αναγκαστικά ήταν όρθιοι. Δεν υπήρχε χώρος για τίποτα άλλο», έλεγε, περιγράφοντας στο Ίδρυμα για τη Shoah του USC τα όσα αντίκριζε κάθε φορά που έπρεπε να μπει στον θάλαμο.

«Το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να μας δώσουν ένα ψαλίδι και να μας διατάξουν να τους κόψουμε τα μαλλιά. Αλλά πού να πας; Χρειάστηκε να πατήσω με τα πόδια μου πάνω στο στομάχι κάποιου και από το αέριο που είχε εισπνεύσει έβγαινε ένας μακρόσυρτος βρυχηθμός. Πετάχτηκα 100 μέτρα μακρύτερα και ήταν δίπλα μου ένας Πολωνός και τον ρώτησα: πού είναι ο Θεός;», έλεγε, εξιστορώντας τη φρίκη.

Ήταν τότε που αποφάσισε πως θα πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ρομπότ, να αποτινάξει από πάνω του κάθε ανθρώπινο συναίσθημα και να κάνει ό,τι του ζητήσαν μηχανικά. Όπως κι έγινε και ο Ντάριο Γκαμπάι κατάφερε να είναι ένας από τους ελάχιστους Ζόντερκομαντο που επιβίωσαν και με τις μαρτυρίες τους «έγραψαν» ένα κομμάτι του πλέον σκοτεινού κεφαλαίου της παγκόσμιας ιστορίας ανά τους αιώνες.

Οι ναζί, προκειμένου να κρατήσουν μυστική την «Τελική Λύση» σκότωναν περίπου κάθε εξάμηνο τα μέλη της ειδικής αυτής ομάδας, αντικαθιστώντας τα με νέα, με αποτέλεσμα και ο Γκαμπάι να υποθέσει πως θα ακολουθήσει τη μοίρα των υπολοίπων. Ωστόσο, καθώς οι Γερμανοί άρχισαν να χάνουν έδαφος (και τον πόλεμο), εγκατέλειψαν το Άουσβιτς- Μπίρκεναου και ανάγκασαν όσους ήταν ζωντανοί να διασχίσουν περπατώντας την Αυστρία. Όποιος δεν μπορούσε να ακολουθήσει, τον σκότωναν. Με το θερμόμετρο στους -23 βαθμούς Κελσίου, ο Γκαμπάι κατάφερε να επιζήσει σκεπτόμενος πως βρίσκεται στην ηλιόλουστη Αθήνα, όπως έλεγε χρόνια μετά σε μία από τις αφηγήσεις του για τα όσα είχε ζήσει. Βρέθηκε στο Μαουτχάουζεν, από εκεί στο Μελκ και τέλος στο Έμπενζεε, απ' όπου απελευθερώθηκε τον Μάιο του 1945 από τους Αμερικανούς.

Πέρασε ενάμιση μήνα εργαζόμενος με τα Ηνωμένα Έθνη και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου επανενώθηκε με τον αδελφό του και τη νύφη του. Το 1951, η εβραϊκή κοινότητα του Κλίβελαντ χρηματοδότησε τη μετάβαση του στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου συμμετείχε μάλιστα και σε μια ταινία του Hollywood, το οποίο ωστόσο εγκατέλειψε πολύ γρήγορα για να ακολουθήσει τη δική του επαγγελματική διαδρομή. Παντρεύτηκε κι απέκτησε μια κόρη και ως τα βαθιά του γεράματα μοιραζόταν την ιστορία του ως ένας από τους τελευταίους Ζόντερκομαντο εν ζωή.

Ο Ντάριο Γκαμπάι, όταν ρωτήθηκε εάν θα ήθελε εκδίκηση για όσα βίωσε, είχε απαντήσει αρνητικά. «Εάν μπορείς να τους μιλήσεις και να τους αλλάξεις γνώμη γιατί να ζητάς εκδίκηση;», έλεγε.

Όπως αναφέρεται σε άρθρο του Ιδρύματος για τη Shoah του USC για τον θάνατο του Ντάριο Γκαμπάι (σ.σ. δημοσιεύεται μεταφρασμένο και στη σελίδα του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος) «σε όλη τη ζωή του βασανιζόταν από τις φρικτές αλήθειες για τις εμπειρίες της ζωής του, αλλά με θάρρος μοιραζόταν την ιστορία του με σκοπό να επιμορφώσει στη νέα γενιά».

Συμμετείχε στην αντιπροσωπεία του Ιδρύματος για τη Shoah του USC στην 70η Επέτειο Μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Άουσβιτς και τοποθέτησε ένα κερί στο μνημείο στο τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής στο Άουσβιτς- Μπιρκενάου, μόλις μερικά βήματα από το κρεματόριο ΙΙ, όπου αναγκάστηκε να δουλέψει κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος.

Ο Ντάριο Γκαμπάι -αναφέρεται στο ίδιο άρθρο- «αγαπούσε τη ζωή, το καθημερινό κολύμπι μέχρι πρόσφατα, τα εστιατόρια, την καφετέρια που συναντούσε τους φίλους του, αγαπούσε να βρίσκεται με φίλους και να τους φέρνει σοκολάτες. Αγαπούσε την νεότερη γενιά και είχε μεγάλη εκτίμηση και ελπίδα για το μέλλον».