Η διεθνής αρχιτεκτονική της ασφάλειας υφίσταται έναν ριζικό και επικίνδυνο μετασχηματισμό, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδομούν συστηματικά τον αντιτρομοκρατικό τους μηχανισμό. Από την αρχή του 2025, η Ουάσιγκτον προχώρησε στην κατάργηση υπηρεσιών πρόληψης της ριζοσπαστικοποίησης και στη μεταφορά πόρων του FBI από την τρομοκρατία στην επιβολή της μεταναστευτικής νομοθεσίας.
Η υποχώρηση αυτή επισφραγίστηκε με το προεδρικό διάταγμα του Ιανουαρίου 2026, το οποίο απέσυρε τις ΗΠΑ από 66 διεθνείς οργανισμούς και οδήγησε στην ακύρωση του 83% των προγραμμάτων της USAID, αφήνοντας ένα τεράστιο διπλωματικό και επιχειρησιακό κενό σε περιοχές υψηλού κινδύνου.
Το κενό αυτό σπεύδουν να καλύψουν τα κράτη του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, όχι ως άμεσοι αντικαταστάτες της Ουάσιγκτον, αλλά ως παίκτες που προωθούν τα δικά τους στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα.
Στη Συρία, για παράδειγμα, η Σαουδική Αραβία επένδυσε δισεκατομμύρια δολάρια σε υποδομές αμέσως μετά την πτώση του Άσαντ, δημιουργώντας ένα λειτουργικό πλαίσιο σταθεροποίησης που εμποδίζει την ανασύσταση του Ισλαμικού Κράτους.
Πρόκειται για μια μορφή «συναλλακτικής» αντιτρομοκρατίας που, στην περίπτωση της Συρίας, φαίνεται να αποδίδει καρπούς εκεί που η Δύση είναι πλέον απούσα, γεμίζοντας το κενό εξουσίας που ιστορικά εκμεταλλεύεται η τρομοκρατία.
Η στροφή αυτή των κρατών του Κόλπου δεν είναι μόνο ευκαιριακή αλλά και αναγκαστική, καθώς η εμπιστοσύνη στην αμερικανική προστασία έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα.
Το ισραηλινό πλήγμα στη Ντόχα κατά ηγετών της Χαμάς τον Σεπτέμβριο του 2025, το οποίο η Ουάσιγκτον δεν μπόρεσε να αποτρέψει, έστειλε το μήνυμα ότι η αμερικανική εγγύηση ασφαλείας δεν είναι πλέον αξιόπιστη. Η αντίδραση της περιοχής είναι πλέον η «αυτονομία», με τα κράτη του Κόλπου να αρνούνται ακόμη και τη χρήση του εναέριου χώρου τους για αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν, αναζητώντας δικές τους λύσεις ασφαλείας.
Ωστόσο, αυτή η νέα τάξη πραγμάτων κρύβει σοβαρούς κινδύνους, καθώς η αντιτρομοκρατία γίνεται όμηρος εθνικών ανταγωνισμών και επενδυτικών συμφερόντων. Ενώ στη Συρία οι στόχοι συμπίπτουν με την ασφάλεια, στην Υεμένη και το Σουδάν η κατάσταση είναι δραματική.
Οι αποκλίνουσες επιδιώξεις του Ριάντ και του Άμπου Ντάμπι οδήγησαν σε ρήξη που αφήνει εκτεθειμένες τις επιχειρήσεις κατά της Αλ Κάιντα, ενώ στο Σουδάν οι δύο εταίροι του Κόλπου χρηματοδοτούν αντίπαλες πλευρές σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Η έλλειψη ενός κοινού πλαισίου λογοδοσίας σημαίνει ότι η ασφάλεια υποχωρεί μπροστά στις οικονομικές επιδιώξεις και τις περιφερειακές αντιπαλότητες.
Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα μοντέλο αντιτρομοκρατίας που στερείται ενότητας και σταθερότητας. Η ανάγκη για έναν νέο πολυμερή μηχανισμό συντονισμού, που δεν θα εξαρτάται από τη μεταβλητή πολιτική μιας και μόνο δύναμης ούτε από τις ευκαιριακές συναλλαγές των περιφερειακών δυνάμεων, είναι πιο επιτακτική από ποτέ.
Καθώς η κατάσταση με το Ιράν επιδεινώνεται, γίνεται σαφές ότι η ασφάλεια που βασίζεται σε μεμονωμένες εθνικές επιδιώξεις είναι εξαιρετικά ευάλωτη, και ο κόσμος δεν μπορεί να περιμένει την επιστροφή της Ουάσιγκτον για να χτίσει κάτι πραγματικά