Σε κλίμα ακραίας έντασης και με την αίθουσα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας να μετατρέπεται σε «πεδίο μάχης», ξεκίνησε η κρίσιμη συνεδρίαση για την υπόθεση των εξαφανισμένων οπτικοακουστικών αρχείων από τον Εμπορευματικό Σταθμό Θεσσαλονίκης.
Στο εδώλιο κάθονται η τότε ηγεσία του ΟΣΕ και στέλεχος της εταιρείας «Interstar Security», αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για υπεξαγωγή εγγράφων και απείθεια.
Η διαδικασία «πυροδοτήθηκε» από την πρώτη στιγμή, όταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου υπέβαλε σειρά πιεστικών αιτημάτων προς την Πρόεδρο του δικαστηρίου.
Η γνωστή δικηγόρος και πολιτικός ζήτησε εξηγήσεις για το ξαφνικό κώλυμα που οδήγησε στη διακοπή της δίκης στις 10 Μαρτίου, αφήνοντας σαφείς αιχμές για πιθανή παρασκηνιακή συνάντηση της Προέδρου με τον επικεφαλής της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΝΔΕ), Χριστόφορο Σεβαστίδη, ο οποίος βρισκόταν στη Λάρισα την ίδια ημέρα.
«Γιατί κλαίγατε στην έδρα; Ήταν λόγοι υγείας ή κάτι άλλο;» ρώτησε επίμονα η κ. Κωνσταντοπούλου, αμφισβητώντας το ιατρικό κώλυμα και κάνοντας λόγο για προσχήματα που στέρησαν από την πλευρά των θυμάτων την πρόσβαση στα πειστήρια για 23 ολόκληρες ημέρες.
Η άρνηση της Προέδρου να κοινοποιήσει προσωπικά ιατρικά δεδομένα και η διαβεβαίωσή της πως δεν συνάντησε κανέναν, δεν στάθηκαν ικανές να εκτονώσουν την κατάσταση.
Στην αίθουσα επικράτησε χάος, με συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών να ξεσπούν κατά της έδρας με κραυγές «Μας κοροϊδεύετε, πού είναι τα αντίγραφα;», αναγκάζοντας την αστυνομική δύναμη να παρέμβει για να αποτρέψει την κίνησή τους προς το μέρος των δικαστών.
Η διαδικασία διεκόπη προσωρινά εν μέσω γενικευμένης αναταραχής, με την πλευρά της πολιτικής αγωγής να καταγγέλλει μεθοδεύσεις που στόχο έχουν την καθυστέρηση της αποκάλυψης της αλήθειας για το κρίσιμο οπτικό υλικό της μοιραίας νύχτας.